Τι είναι μια «ποιοτική» δημοκρατία; (ΙΙ)

2-assessing-the-quality-of-democracy-a-practical-guide-cover

Συνεχίζουμε με το δεύτερο απόσπασμα από το κείμενο των Leonardo Morlino και Larry Diamond σχετικά με την ποιότητα μίας δημοκρατίας.

«Οι παραπάνω ορισμοί της ποιότητας (δείτε την προηγούμενη ανάρτηση) σημαίνουν πως μία ποιοτική δημοκρατία εξασφαλίζει στους πολίτες επαρκή ελευθερία, πολιτική ισότητα και έλεγχο επί των δημόσιων πολιτικών και του πολιτικού προσωπικού, μέσω της θεσμοθετημένης και έννομης λειτουργίας σταθερών θεσμών και ιδρυμάτων. Ένα τέτοιο καθεστώς θα ικανοποιεί τις προσδοκίες των πολιτών όσο αφορά την διακυβέρνηση (ποιότητα σύμφωνα με το αποτέλεσμα), θα επιτρέπει σε πολίτες, οργανώσεις και κοινότητες να απολαμβάνουν εκτενείς ελευθερίες και πολιτική ισότητα (ποιότητα σχετική με το περιεχόμενο) και θα παρέχει ένα γενικό πλαίσιο μέσω του οποίου το σύνολο των πολιτών θα είναι σε θέση να ελέγχει και να κρίνει την απόδοση της κυβέρνησης μέσω μηχανισμών όπως οι εκλογές, ενώ τα κυβερνητικά όργανα και οι κρατικοί λειτουργοί μπορούν να ελέγξουν ο ένας τον άλλο, τόσο νομικά όσο και συνταγματικά (ποιότητα σχετική με την διαδικασία).

Έχοντας τα παραπάνω στο μυαλό μας και χωρίς να ξεχνάμε πως δεν υπάρχει απόλυτα αντικειμενικός τρόπος να εξετάσουμε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο προκειμένου να μετρήσουμε την δημοκρατική του ποιότητα, ορίζουμε οκτώ διαστάσεις (στοιχεία) στις οποίες οι διάφορες δημοκρατίες μπορούν να διαφοροποιούνται όσο αφορά την ποιότητα τους. Το κράτος δικαίου (rule of law), η συμμετοχή, ο ανταγωνισμός και η κάθετη μαζί με την οριζόντια λογοδοσία είναι διαστάσεις που σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά κυρίως αποτελούν μέρη της διαδικασίας, αφού αναφέρονται περισσότερο σε κανόνες και πρακτικές. Οι επόμενες δύο διαστάσεις είναι θεμελιώδεις: σεβασμός των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και σταδιακή αλλά και συνεχής μετάβαση σε πολιτικά πλαίσια μεγαλύτερης πολιτικής (και άρα κοινωνικής και οικονομικής) ισότητας. Η ανταποκρισιμότητα (responsiveness) αποτελεί την τελευταία διάσταση και γεφυρώνει την διαδικασία και το ουσιώδες μέσω της μέτρησης του πόσο λίγο, ή πολύ, οι δημόσιες πολιτικές (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι νόμοι, τα ιδρύματα και τα έξοδα) ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις και τις απαιτήσεις των πολιτών, όπως αυτές διαμορφώνονται μέσω των πολιτικών διεργασιών.

Κάθε μία από τις παραπάνω διαστάσεις μπορεί να διαφέρει στην μορφή μέσω της οποίας υλοποιείται θεσμικά, καθώς και στον βαθμό ανάπτυξης της. Η κατανόηση και η ερμηνεία αυτών των διαφορών απαιτούν δείκτες οι οποίοι αποκαλύπτουν με ποιο τρόπο και σε ποιον βαθμό η κάθε διάσταση είναι παρούσα σε διαφορετικές χώρες αλλά και διαφορετικά μοντέλα μίας καλής δημοκρατίας. Τα αποτελέσματα των εμπειρικών δεδομένων θα καταστήσουν επίσης εφικτή την ανίχνευση των τάσεων της ποιότητας μίας δημοκρατίας, σε διαφορετικές χώρες και σε βάθος χρόνου, περιλαμβάνοντας επίσης την αποδοτικότητα των θεσμικών μεταρρυθμίσεων.

Η πολυδιάστατη φύση του πλαισίου μας, και η αύξηση του αριθμού των δημοκρατιών οι οποίες αξιολογούνται, μας δίνουν μία πολύπλευρη αίσθηση της δημοκρατικής ποιότητας. Όπως θα εξηγήσουμε στην συνέχεια, δεν υπάρχουν μόνο ισχυροί δεσμοί, αλλά επίσης ανταγωνιστικοί μηχανισμοί ή ακόμα και εντάσεις μεταξύ των διάφορων διαστάσεων της δημοκρατικής ποιότητας. Έτσι, οι δημοκρατίες θα διαφέρουν μεταξύ τους στους κανονιστικούς συντελεστές βαρύτητας τους οποίους οι ίδιες θέτουν στις παραπάνω διαστάσεις (για παράδειγμα ελευθερία εναντίον ανταποκρισιμότητας). Δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να εξαχθεί ένα μοναδικό πλαίσιο δημοκρατικής ποιότητας, το οποίος να είναι σωστό και αληθές για όλες τις κοινωνίες.

Πλέον είμαστε σε θέση να εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα τις οκτώ διαστάσεις της δημοκρατικής ποιότητας υπό τρία διαφορετικά πρίσματα: τον εμπειρικό ορισμό, τις συνθήκες που απαιτούνται προκειμένου η διάσταση να αναπτυχθεί και να ακμάσει, καθώς και τα μέσα με τα οποία συνήθως υπονομεύεται. Θα ξεκινήσουμε με τις πέντε διαδικαστικές διαστάσεις (procedural dimensions).

Κράτος δικαίου (rule of law). Όπως μας εξηγεί ο Guillermo O’Donnell, σε ένα κράτος δικαίου όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, κάτι το οποίο ισχύει για όλους με έναν δίκαιο και σταθερό τρόπο και εξασφαλίζεται από ένα δικαστικό σώμα. Οι νόμοι είναι σαφείς, γνωστοί σε όλους, καθολικοί, σταθεροί και χωρίς αναδρομική ισχύ. Ο O’Donnell ισχυρίζεται πως αυτό το οποίο κάνει το κράτος δικαίου μία απόλυτα αναγκαία δημοκρατική αρχή είναι ότι το νομικό σύστημα υπερασπίζεται τα πολιτικά δικαιώματα και τις διαδικασίες της δημοκρατίας, διατηρεί και υποστηρίζει τα ατομικά δικαιώματα και ενισχύει την εξουσία άλλων θεσμών οριζόντιας λογοδοσίας, οι οποίοι με την σειρά τους εξασφαλίζουν την νομιμότητα και την καταλληλόλητα των επιλογών όσων έχουν εκλεχθεί.

Το κράτος δικαίου είναι η βάση στην οποία στηρίζεται οποιαδήποτε άλλη διάσταση της δημοκρατικής ποιότητας. Στις ημέρες μας, είναι σίγουρο πως υπάρχουν στον κόσμο πολλές δεκάδες «ανελεύθερες δημοκρατίες», στις οποίες οι ανταγωνιστικές εκλογές και η λαϊκή συμμετοχή συνυπάρχουν με σημαντικές παραβιάσεις του νόμου και κατάχρηση εξουσίας. Έτσι, η έντονη ανελευθερία των καθεστώτων αυτών αναιρεί οποιονδήποτε δημοκρατικό χαρακτήρα. Ένα ασθενές κράτος δικαίου έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση της συμμετοχής των πολιτών που ανήκουν στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, οι προσωπικές ελευθερίες δεν εξασφαλίζονται, οι ομάδες πολιτών δεν είναι σε θέση να οργανωθούν και να διαδώσουν τις θέσεις τους, όσοι διαθέτουν οικονομική ισχύ και οι καλά δικτυωμένοι απολαμβάνουν αδικαιολόγητα προνόμια, η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσιών είναι ανεξέλεγκτες, ο πολιτικός ανταγωνισμός είναι άδικος, οι ψηφοφόροι δεν είναι σε θέση να ελέγχουν τους εκλεγμένους και η γενικότερη ανταποκρισιμότητα, ως σημαντικό στοιχείο της δημοκρατίας, αποδυναμώνεται σε υψηλό βαθμό.

Οι περισσότερο σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη ενός κράτος δικαίου είναι οι εξής: διάδοση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αξιών τόσο ανάμεσα στους πολίτες όσο και μεταξύ των ελίτ, ισχυρή γραφειοκρατική παράδοση επάρκειας και αμεροληψίας, καθώς και επαρκή θεσμικά και οικονομικά μέσα. Οι παραπάνω συνθήκες είναι σπάνιες και ιδιαίτερα δύσκολο να δημιουργηθούν από το μηδέν, κάτι το οποίο δικαιολογεί το ισχνό κράτους δικαίου σε πολλές νεοπαγείς δημοκρατίες αλλά και σε αρκετές από τις παλαιότερες. Η καλύτερη προσέγγιση είναι ίσως η σταδιακή ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας, ισχύος και των εξουσιών της δικαστικής εξουσίας. Παρόλα αυτά, οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί μας προσγειώνουν στην πραγματικότητα, καμία οικονομική και εκπαιδευτική υποστήριξη (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε γενναίας εξωτερικής βοήθειας) δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει θετικά αν οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες δεν επιδείξουν πολιτική βούληση αλλά και τον απαραίτητο αυτοπεριορισμό. Αυτό, με την σειρά του, προϋποθέτει μία δραστήρια και καλά οργανωμένη κοινωνία πολιτών, καθώς και τα απαραίτητα πολιτικά εργαλεία του δημοκρατικού ανταγωνισμού, έτσι ώστε οι πολίτες να είναι σε θέση να απομακρύνουν τους πολιτικούς που αντιδρούν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Συμμετοχή. Κανένα καθεστώς δεν μπορεί να είναι δημοκρατικό αν δεν αναγνωρίζει σε όλους τους ενήλικες πολίτες του ουσιαστικά δικαιώματα σχετικά με την πολιτική συμμετοχή, στα οποία να συμπεριλαμβάνεται απαραίτητα και το δικαίωμα να είναι οι ίδιοι υποψήφιοι. Όμως, μία καλή δημοκρατία θα πρέπει να εξασφαλίζει πως όλοι οι πολίτες μπορούν όντως να ασκήσουν τα παραπάνω δικαιώματα, προκειμένου να είναι σε θέση να επηρεάσουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Να είναι δηλαδή σε θέση να ψηφίσουν, οργανωθούν, συμμετέχουν σε συνελεύσεις, διαμαρτυρηθούν και να ασκήσουν πιέσεις υπέρ των συμφερόντων τους. Όσο αφορά την συμμετοχή, η δημοκρατική ποιότητα είναι υψηλή όταν μπορούμε να παρατηρήσουμε εκτεταμένη συμμετοχή των πολιτών, όχι μόνο μέσω των εκλογών αλλά και στην λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Επίσης οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τις πολιτικές που ακολουθούνται, να απολαμβάνουν μηχανισμούς ανοικτής επικοινωνίας, να έχουν την δυνατότητα να απαιτούν λογοδοσία από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους και την ευχέρεια να παρακολουθούν την συμπεριφορά των κρατικών λειτουργών μέσω της άμεσης και αδιαμεσολάβητης εμπλοκή τους στα πολιτικά ζητήματα σε τοπικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η συμμετοχή είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική ισότητα. Ακόμα και αν τα τυπικά δικαιώματα συμμετοχής ενός πολίτη τηρούνται, ανισότητες στους πολιτικούς πόρους μπορούν να εμποδίσουν άτομα από τα κατώτερα οικονομικά στρώματα να ασκήσουν αυτά τους τα δικαιώματα. Έτσι, μία θεμελιώδης συνθήκη για ευρεία συμμετοχή σε μία καλή δημοκρατία είναι η μεγάλη έκταση της βασικής εκπαίδευσης και η εξάλειψη του αναλφαβητισμού, καθώς και μία ελάχιστη γνώση των δομών διακυβέρνησης και των πολιτικών ζητημάτων. Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική, ως μία απαραίτητη συνθήκη, μία πολιτική κουλτούρα η οποία δίνει αξία στην συμμετοχή και την ίση αξία και αξιοπρέπεια του κάθε πολίτη. Το τελευταίο σημαίνει επίσης ανοχή στις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές και άρα την αποδοχή από ομάδες πολιτών και μεμονωμένα άτομα των ίσων έννομων δικαιωμάτων τόσο των μικρότερων κομμάτων όσο και των αντιπάλων τους.

Ανταγωνισμός. Προκειμένου να είμαστε σε θέση να μιλάμε για δημοκρατία, ένα πολιτικό σύστημα θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τακτικές, ελεύθερες και δίκαιες εκλογικές αναμετρήσεις, μεταξύ διαφορετικών πολιτικών κομμάτων. Βέβαια, οι δημοκρατίες διαφέρουν αρκετά όσο αφορά τον βαθμό του εκλογικού ανταγωνισμού και στοιχεία όπως η ανοικτή πρόσβαση στην εκλογική αρένα για νέες πολιτικές δυνάμεις, η ευκολία με την οποία οι εν ενεργεία πολιτικοί μπορούν να ηττηθούν και οι ίσες ευκαιρίες ανταγωνιστικών κομμάτων στην πρόσβαση των ΜΜΕ και στην οικονομική επιχορήγηση. Ανάλογα του εκλογικού συστήματος, οι δημοκρατίες μπορούν να διαφέρουν σημαντικά στον βαθμό εναλλαγής των πολιτικών προσώπων. Έτσι, αντιμετωπίζουμε μία κατάσταση ανταγωνιστικών μεταξύ τους διαστάσεων, στην οποία θα πρέπει να επιλέξουμε ποια από αυτές θα υποστηρίξουμε προκειμένου να επιτύχουμε τον στόχο της αυξημένης συμμετοχής. Τα εκλογικά συστήματα που βασίζονται στην αναλογική αντιπροσώπευση (απλή αναλογική) πετυχαίνουν σε ένα στοιχείο του εκλογικού ανταγωνισμού – εύκολη πρόσβαση στην εκλογική διαδικασία και το κοινοβούλιο για περισσότερα πολιτικά κόμματα – αλλά μόνο σε αντιδιαστολή με ένα άλλο στοιχείο του ανταγωνισμού που είναι η ευκολία στην εναλλαγή των πολιτικών δυνάμεων ή της αποτελεσματικότητας της εκλογικής διαδικασίας, αφού η παρουσία μεγάλου αριθμού κομμάτων, με σχετικά ορισμένη την εκλογική τους επιρροή, τείνει να παράγει μία σειρά από κυβερνήσεις συνασπισμού οι οποίες εμφανίζουν μία αξιοσημείωτη σταθερότητα όσο αφορά την σύνθεση των πολιτικών κομμάτων στο πέρας των ετών. Δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός και εκ των προτέρων τρόπος να αποφανθούμε για το ποιο σύστημα παράγει μία περισσότερο ποιοτική δημοκρατία (παρά το ότι ο Arend Lijphard θεωρεί πως τα αναλογικά εκλογικά συστήματα έχουν καλύτερες επιδόσεις στην ικανοποίηση άλλων διαστάσεων της δημοκρατικής ποιότητας, όπως είναι η δικαιότερη αντιπροσώπευση των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων).

Μία προϋπόθεση για ουσιώδη ανταγωνισμό είναι το νομικό και συνταγματικό πλαίσιο. Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η χρηματοδότηση των κομμάτων και των εκστρατειών τους είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την εκλογική τους επιτυχία. Έτσι, νεότερα κόμματα αλλά και υποψήφιοι δεν μπορούν να τους ανταγωνιστούν με ουσιαστικό τρόπο αν δεν υπάρχει μία δίκαιη αντιμετώπιση των παραπάνω. Ενώ υπάρχει έντονος σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα νόμων οι οποίοι περιορίζουν τα έξοδα των πολιτικών εκστρατειών (σε έναν μεγάλο βαθμό επειδή εύκολα μπορούν να παρακαμφθούν), ένα ελάχιστο όριο δημόσιας χρηματοδότησης για τα σημαντικά κόμματα και ισχυρές απαιτήσεις σχετικά με την πλήρη και γρήγορη γνωστοποίηση όλων των δωρεών σε κόμματα και πολιτικές εκστρατείες φαίνονται να προωθούν μία ικανοποιητικότερη εκλογική δικαιοσύνη και ανταγωνισμό. Στα καθαρά πλειοψηφικά συστήματα (first-past-the-post), που ο νικητής παίρνει τα πάντα, ο τρόπος με τον οποίο ορίζονται οι εκλογικές περιφέρειες παίζει μεγάλο ρόλο στον εκλογικό ανταγωνισμό. Όπου τα πολιτικά σώματα έχουν το δικαίωμα να ορίσουν τις εκλογικές περιφέρειες με κριτήριο τα συμφέροντα τους (όπως συμβαίνει στις Η.Π.Α.), αναμένεται να το κάνουν με ένα τρόπο ο οποίος θα προωθεί τα μεγάλα κόμματα και τους εν ενεργεία πολιτικούς. Φυσικά, ο εκλογικός ανταγωνισμός εξαρτάται επίσης από την δίκαιη πρόσβαση στα ΜΜΕ, των πλουραλισμό της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης (αλλά και των απόψεων), μία διασπορά των οικονομικών πόρων στην κοινωνία και τον σεβασμό των πολιτικών δικαιωμάτων από μία ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Υπάρχει επίσης μία σημαντική διασύνδεση με την οριζόντια λογοδοσία, αφού το μόνο και πλέον ισχυρό σώμα, το οποίο μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία και την αμεροληψία (και έτσι τον ανταγωνισμό) μίας εκλογικής αναμέτρησης δεν μπορεί παρά να είναι μία ισχυρή και ανεξάρτητη εκλογική επιτροπή.

Κάθετη λογοδοσία. Η λογοδοσία αποτελεί την υποχρέωση των εκλεγμένων πολιτικών να απαντούν σε ερωτήσεις σχετικά με τις πολιτικές αποφάσεις που πήραν, τόσο στους πολίτες όσο και σε συνταγματικά σώματα. Ο Andreas Schedler προτείνει τρεις κύριες λειτουργίες της λογοδοσίας: πληροφόρηση, αιτιολόγηση και τιμωρία (ή επανόρθωση). Τα παραπάνω περιγράφουν σε αδρές γραμμές τα στάδια μέσω των οποίων οι πολίτες ενημερώνονται για τις πολιτικές αποφάσεις, ακούν τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις από τους πολιτικούς αρχηγούς και αποφασίζουν για το αν θα τιμωρήσουν (συχνότερα με το να τους απομακρύνουν από την θέση τους) ή θα επιβραβεύσουν τους τελευταίους.

Αυτού του είδους η λογοδοσία ονομάζεται κάθετη αφού μοιάζει να διατρέχει «προς τα επάνω» το πολιτικό σύστημα, δηλαδή από τους πολίτες προς τους πολιτικούς. Όπως αναφέρει ο Philippe C. Schmitter, στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι αντιπρόσωποι (εκλεγμένοι και μη) παίζουν έναν κρίσιμο διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των πολιτών και όσων διαθέτουν εξουσία. Ο πολιτικός ανταγωνισμός και η συμμετοχή των πολιτών αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της κάθετης λογοδοσίας. Το ίδιο ισχύει για το γενικότερο πολιτικό ενδιαφέρον των πολιτών, την πληροφόρηση που λαμβάνουν και το ποσοστό συμμετοχής τους στις εκλογικές αναμετρήσεις. Την ίδια στιγμή, η κάθετη λογοδοσία απαιτεί πολιτικό ανταγωνισμό και κατανομή της ισχύος τα οποία να είναι αρκετά δίκαια ώστε να επιτρέπουν γνήσιες εναλλακτικές επιλογές σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα είναι σε θέση να παράγουν αλλαγές στις ακολουθούμενες πολιτικές ή τουλάχιστον, σοβαρές πιθανότητες για κάτι τέτοιο. Η εν σε εξελίξει διαδικασία ελέγχου, θέσης των ερωτημάτων και απαίτηση για κρίση μέσω της δράσης ομάδων της κοινωνίας των πολιτών (ΜΜΕ, ομάδες ειδικών συμφερόντων, δεξαμενών σκέψης κ.α.) απαιτεί ελευθερία των παραπάνω ομάδων να λειτουργούν καθώς και ένα κράτος δικαίου το οποίο τις προστατεύει από εκφοβισμούς και αντίποινα.

Οριζόντια λογοδοσία. Η δημοκρατική ποιότητα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι διεργασίες μέσω των οποίων η κάθετη λογοδοσία λειτουργεί, απαιτεί επίσης δημόσιους λειτουργούς οι οποίοι συμπεριφέρονται με ορθό τρόπο και σύμφωνα με το νόμο, καθώς επίσης και να ελέγχονται για το αντίθετο, όχι μόνο από τους ψηφοφόρους, αλλά και από άλλους λειτουργούς και κρατικούς οργανισμούς οι οποίοι κατέχουν τις γνώσεις αλλά και την δικαιοδοσία για να παίξουν έναν τέτοιο ελεγκτικό ρόλο. Έτσι ονομάζουμε οριζόντια λογοδοσία την διαδικασία στην οποία ένα μέλος οποιουδήποτε επιπέδου διακυβέρνησης ελέγχεται από ένα άλλο μέλος, με μία λογική περισσότερο παράλληλου ελέγχου παρά ως μέρος μιας τυπικής σχέσης «εντολών και υπακοής» σε αυτές. Παραδείγματα οριζόντιας λογοδοσίας αποτελούν η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ειδικά σώματα ελέγχου τα οποία ορίζονται από το κοινοβούλιο, τα δικαστήρια, δημόσιες ακροάσεις, επιτροπές πάταξης της διαφθοράς, μία κεντρική τράπεζα, μία ανεξάρτητη εκλογική επιτροπή, ένας συνήγορος του πολίτη ή διαμεσολαβητής μεταξύ του πολίτη και του κράτους ή ποικίλα άλλα σώματα των οποίων η αποστολή είναι να ελέγχουν εξονυχιστικά και να περιορίζουν την ισχύ αυτών που κυβερνούν.

Η δύναμη της οριζόντιας λογοδοσίας στηρίζεται περισσότερο από όλα στο νομικό σύστημα, το οποίο οφείλει να στηρίζει με τους κατάλληλους πόρους την εργασία που απαιτείται για τον έλεγχο και τις ισορροπίες από άλλες δημόσιες οντότητες οι οποίες είναι ανεξάρτητες από την κυβέρνηση και δεν βρίσκονται σε μία ανταγωνιστική σχέση με αυτή. Οι θεσμοί και τα όργανα της οριζόντιας λογοδοσίας αποτελούν τα ίδια ένα σύστημα, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν οι θεσμικές του δυνατότητες, η εκπαίδευση αλλά και η ηγεσία του αποδεικνύονται ταυτόχρονα ικανές, δραστήριες αλλά και υπεύθυνες. Όπως ο νόμος, έτσι και τα όργανα της οριζόντιας λογοδοσίας μπορούν να αποτελέσουν όπλο ενάντια σε πολιτικούς αντιπάλους, χάνοντας όμως έτσι την αξιοπιστία και φερεγγυότητα τους εντός του θεσμικού πλαισίου το οποίο συναποτελούν.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s