Το αρχέτυπο της δημοκρατίας

DD Verhulst NijeboerΌλο και συχνότερα ακούγεται πλέον στις ημέρες μας η λέξη δημοψήφισμα. Αν και αποτελεί απαγορευμένη λέξη για όλους τους πολιτικούς χώρους και τα κυρίαρχα ΜΜΕ, το δημοψήφισμα παρουσιάζεται σαν το πλέον ενδεδειγμένο μέσο για μια ουσιαστική εκδημοκράτιση του πολιτικού μας συστήματος. Επειδή δυστυχώς κάποιες έννοιες είναι άγνωστες ή ελάχιστα ώριμες στην σκέψη μας θα θέλαμε να παραθέσουμε – περιληπτικά – ένα μέρος από το 2ο κεφάλαιο του βιβλίου των Verhulst και Nijeboer. Ελπίζουμε ότι θα βοηθήσει να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα στην σκέψη μας και  ταυτόχρονα θα αποτελέσει μια εύληπτη πρόταση στόχευσης και δράσης.    

Σε αναζήτηση του αρχέτυπου της δημοκρατίας

Δημοκρατία σημαίνει: ‘κυβέρνηση από το λαό’ Βέβαια, υπάρχουν πολλοί άλλοι τύποι διακυβέρνησης ή κρατικής εξουσίας. Για παράδειγμα, σε μια ολιγαρχία κυβερνά μια μικρή ελιτίστικη ομάδα. Σε μια ‘αριστοκρατία’ κυβερνούν οι πλούσιοι, ενώ σε μια θεοκρατία υποτίθεται ότι η εξουσία ασκείται από το Θεό.

Εφόσον η κρατική εξουσία εκφράζεται μέσω της νομοθεσίας, ‘δημοκρατία’ σημαίνει ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν τους νόμους. Σε μια δημοκρατία, η ισχύς των νόμων απορρέει από το γεγονός ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους εγκρίνουν οι άνθρωποι. Η νομοθετική εξουσία σε μια ολιγαρχία βρίσκεται στα χέρια μιας μειοψηφίας, ενώ σε ένα θεοκρατικό καθεστώς είναι θεϊκή εντολή. Σε μια δημοκρατία, δεν υπάρχει αρχή ανώτερη από το λαό.

Οι νόμοι καθορίζουν υποχρεώσεις, όχι στο λαό σαν σύνολο, αλλά στον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Κάθε μέλος της κοινωνίας αναμένεται να αναγνωρίζει την εξουσία του νόμου, καθώς καταρχήν είχε τη δυνατότητα να βοηθήσει  στη διαμόρφωσή του. Κάπως έτσι φτάνουμε στην έννοια του ‘κοινωνικού συμβολαίου’ του Jean-Jacques Rousseau: η νομοθεσία είναι το αποτέλεσμα ενός κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα σε ίσους και υπεύθυνους πολίτες. Από δημοκρατικής άποψης, ένας νόμος είναι έγκυρος  μόνο όταν αυτός που πρέπει να συμμορφώνεται με αυτόν, επιτρέπεται και να συμμετέχει στη διαμόρφωσή του.

Η έννοια του ‘κοινωνικού συμβολαίου’ προσεγγίζεται καλύτερα ‘αρνητικά’ – με την μέθοδο εις την άτοπον απαγωγή. Εάν η νομοθετική εξουσία δεν απορρέει από το Θεό, από τους ευγενείς, τους ιδιοκτήτες της γης, του χρήματος ή της γνώσης, τότε το κοινωνικό συμβόλαιο είναι η μόνη δυνατότητα που απομένει. Η ισχύς των νόμων πηγάζει  από το γεγονός ότι αποτελούν εθελοντικές συμφωνίες μεταξύ των μελών μιας πολιτικής κοινωνίας.

Οι πολιτικοί συνήθως αναφέρονται στο ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ ως συμφωνία μεταξύ των πολιτών και των πολιτικών. Είναι σαν να λέμε πως το συμβόλαιο αυτό ανανεώνεται μέσω των εκλογών. Όμως, ο φιλόσοφος Thomas Paine έχει ήδη αντικρούσει την άποψη αυτή στο έργο του The Rights of Man (1791): «Η άποψη ότι η κυβέρνηση αποτελεί ένα συμβόλαιο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων θεωρήθηκε μια αξιοσημείωτη εξέλιξη στην κατεύθυνση της αποδοχής των αρχών της ελευθερίας, αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι σωστό, αφού θέτει το αποτέλεσμα πριν από την αιτία. Διότι όπως ο άνθρωπος πρέπει να υπήρξε πριν από τις κυβερνήσεις, έτσι πρέπει οπωσδήποτε να υπήρξε και μία εποχή που δεν υπήρχαν κυβερνήσεις και συνεπώς δεν υπήρχαν κυβερνήτες για να συναφθεί ένα τέτοιο συμβόλαιο. Επομένως, ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι, καθένας με το ατομικό και κυριαρχικό του δικαίωμα, που σύναψαν ένα συμβόλαιο μεταξύ τους για να προκύψει κυβέρνηση. Κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούν να προκύπτουν οι κυβερνήσεις και η μόνη αρχή βάσει της οποίας δικαιούνται να υπάρχουν». Ένα ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ είναι επομένως ένα συμβόλαιο μεταξύ πολιτών κι ένα πολιτικό σύστημα μπορεί να προκύπτει μόνο ως αποτέλεσμα ενός τέτοιου συμβολαίου.

Πώς μπορούν οι πολίτες να συνάπτουν ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ τους; Προφανώς θα πρέπει να συναντηθούν, να συζητήσουν και να συμφωνήσουν σε αυτό. Έτσι προκύπτει η πρώτη διακριτή στιγμή της δημοκρατικής συνάντησης: η λαϊκή συνέλευση.

Οι λαϊκές συνελεύσεις αποτελούν επίσης ιστορική πραγματικότητα. Σε μερικές μικρές κοινότητες, όπως στις Η.Π.Α. και την Ελβετία, η  λαϊκή συνέλευση εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παίζει  ένα ρόλο. Είναι ξεκάθαρο ότι μία τέτοια συνέλευση δεν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα σύγχρονο συνταγματικό κράτος με εκατομμύρια πολίτες. Όμως, την ίδια στιγμή, η λαϊκή συνέλευση δίνει ένα πρακτικό παράδειγμα του δημοκρατικού ιδεώδους. Επομένως, ας εξετάσουμε αρχικά τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατικής λαϊκής συνέλευσης.

Οι γενικές αρχές της λαϊκής συνέλευσης

Κάθε λαϊκή συνέλευση διέπεται από κάποιες γενικές αρχές.

Η αρχή της ισότητας

Η αρχή της ισότητας αποτελεί τη βάση της λαϊκής συνέλευσης του: όλα τα ώριμα (με την έννοια του υπεύθυνου) μέλη της κοινότητας μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή, με ίσο δικαίωμα στη λήψη αποφάσεων.

Δεν είναι εύκολο να θεμελιώσουμε την έννοια της ισότητας ως θετική αρχή. Ωστόσο είναι εύκολο να την προσεγγίσουμε με αρνητικό τρόπο. Εξάλλου, το δημοκρατικό ιδεώδες βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή πως δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία από τους πολίτες. Η αρχή αυτή σημαίνει πως είναι εξορισμού όλοι ίσοι. Εάν κάποιοι από τους συμμετέχοντες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα ψήφου κατά την λήψη  των αποφάσεων, μόνο λόγω του ποιοι είναι, τότε επιστρέφουμε στην ολιγαρχία.

Έτσι, η ψήφος όλων των ώριμων ατόμων έχει την ίδια βαρύτητα. Η ιστορία της δημοκρατίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν κυρίως μια μάχη γι’ αυτή την αρχή, μια μάχη που διεξάχθηκε κυρίως σε τρία επίπεδα: το σύστημα της καθολικής ψηφοφορίας (στο οποίο καθένας, ανεξάρτητα από την ιδιοκτησία, την ηλικία ή τις ικανότητές του έχει ίσο δικαίωμα ψήφου), το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και το δικαίωμα ψήφου ανεξάρτητα από τα διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. δικαίωμα ψήφου των έγχρωμων στη Νότια Αφρική).

Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία

Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία συνίσταται στο ότι κάθε μέλος της λαϊκής συνέλευσης έχει το ίδιο δικαίωμα στην κατάθεση προτάσεων. Αυτό σημαίνει ότι η ατζέντα της συνέλευσης δεν τίθεται από κάποια ελίτ.

Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ειδική εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθεση προτάσεων δε διέπεται από κανόνες. Για παράδειγμα, τέτοιοι κανόνες μπορούν να ορίζουν ότι μια πρόταση πρέπει να κατατίθεται 14 ημέρες πριν από τη συνέλευση ή ότι πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον εκατό μέλη της συνέλευσης. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους.

Η αρχή της πλειοψηφίας

Στην ιδανική περίπτωση, υπάρχει ομοφωνία: όλοι συμφωνούν σε μια πρόταση. Ωστόσο, η ομοφωνία δεν επιτυγχάνεται πάντα. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται η αρχή της πλειοψηφίας. Αποτελεί απόρροια της αρχής της ισότητας και προέρχεται από την επιθυμία να μειωθεί η αταξία. Μέσω της εφαρμογής της αρχής της πλειοψηφίας περιορίζεται ο αριθμός των δυσαρεστημένων. Θα μπορούσε επιπλέον κανείς να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε λύση πέρα από την αρχή της απλής πλειοψηφίας αρνείται την αρχή της ισότητας. Έτσι, αν πούμε ότι ακολουθείται η ενισχυμένη πλειοψηφία (π.χ. δύο τρίτα), τότε μία μειοψηφία μπορεί να αρνηθεί στην πλειοψηφία αυτό που θέλει – για παράδειγμα αν το 60% θέλει την επιλογή Α και ένα 40% θέλει την επιλογή Β.

Η αρχή της πλειοψηφίας έχει μια υπαρξιακή διάσταση. Αποδεχόμενοι αυτή την αρχή, αναγνωρίζουμε τα ανθρώπινα ελαττώματα. Η ύπαρξη μειοψηφίας δείχνει ότι η συζήτηση και η διαδικασία σχηματισμού μιας άποψης ήταν ατελείς. Ταυτόχρονα, η αρχή της πλειοψηφίας μας θυμίζει το γεγονός ότι η δημοκρατία πρέπει πάντα να γίνεται αντιληπτή ως μία ιστορική διαδικασία. Η σημερινή μειοψηφία μπορεί να είναι η αυριανή πλειοψηφία. Οι περισσότερες νέες ιδέες συναντούν αρχικά αντίσταση και απόρριψη, όμως αργότερα μπορεί να γίνουν γενικά αποδεκτές. Η αρχή της πλειοψηφίας μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργεί σωστά μόνο όταν είναι επαρκώς κατανοητή στην κοινωνία ή την κοινότητα με ιστορικούς όρους. Όταν η απόφαση που έλαβε μία πλειοψηφία έναντι μίας μειοψηφίας εκλαμβάνεται από την πρώτη ως ένας απόλυτος ‘θρίαμβος’, πέρα από κάθε ιστορική προοπτική, τότε η  δημοκρατίας ‘νοσεί’.

Η αρχή της πλειοψηφίας αντιτίθεται σε κάθε ελιτίστικη τάση. Τα αυταρχικά κινήματα δεν αναγνωρίζουν ποτέ την αρχή της πλειοψηφίας. Ενθαρρύνουν πάντοτε την εικόνα μιας ‘αβάνγκάρντ’ ή μιας ελίτ που μπορεί να επιβάλλει τη θέληση της στην πλειοψηφία. Οι λενινιστές θα μιλήσουν για τον πρωτοποριακό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Οι εθνικοσοσιαλιστές θα μιλήσουν για ελίτ βασισμένες σε φυλετικά χαρακτηριστικά. Οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές θα απορρίψουν τα ίσα δικαιώματα των γυναικών και των διαφωνούντων, ακόμη κι αν εκείνοι αποτελούν την πλειοψηφία.

Με έναν πιο κομψό αλλά ωστόσο υπαρκτό τρόπο, η ελιτίστικη αυτή αρχή υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο Dewachter (1992, σ. 70) το θέτει ως εξής: «Σύμφωνα με τη βασική ιδέα της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω της επιλογής των ‘φιλοσόφων – βασιλιάδων’. Αντιπροσωπευτικά κατανεμημένο σε ολόκληρη την επικράτεια, εκλέγεται ένα δείγμα αντιπροσώπων του λαού. Πλέον τα εκλεγμένα μέλη δεν είναι αντιπροσωπευτικά, δεν αποτελούν ένα μέσο όρο, αλλά είναι οι καλύτεροι. Το κοινοβούλιο είναι  η συνέλευση των αρίστων του έθνους.» Ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Thomas Dehler, το είπε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί παρανόηση της φύσης της δημοκρατίας η άποψη πως το κοινοβούλιο είναι ο εκτελεστής της λαϊκής βούλησης. Θεωρώ πως η φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι κάπως διαφορετική: είναι στην πραγματικότητα μία κοινοβουλευτική αριστοκρατία. Τα μέλη του κοινοβουλίου έχουν το καθήκον και τη δυνατότητα να δρουν περισσότερο διεισδυτικά, με ανώτερη γνώση από τον απλό πολίτη».

Για αυτή την ξεκάθαρη έκφραση της ελιτίστικης ιδέας πίσω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο Dehler χειροκροτήθηκε όχι μόνο από τους χριστιανοδημοκράτες, αλλά επίσης από τους φιλελεύθερους και τους Σοσιαλιστές. Από αυτή την άποψη η διαφορά με τα ολοκληρωτικά συστήματα, είναι πως, η ελίτ πρέπει να αποκτά την τυπική πλειοψηφία από το λαό. Εκείνο όμως που είναι κοινό στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, είναι πως επιτρέπουν την εφαρμογή νόμων εναντίον της βούλησης της πλειοψηφίας των ανθρώπων.

Η αρχή της εντολής

Η συνεχής επίτευξη ομοφωνίας είναι ανέφικτη στη δημοκρατία. Γι’ αυτό και η αρχή της πλειοψηφίας είναι μέρος του δημοκρατικού ‘αρχέτυπου’ της δημοκρατίας. Όμως υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Η καθολική συμμετοχή στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων είναι επίσης ανέφικτη. Θα υπάρχουν πάντα μέλη της κοινότητας που δε θα θέλουν να παίρνουν μέρος στη λήψη αποφάσεων σε συγκεκριμένα θέματα: είτε γιατί δεν έχουν το χρόνο, είτε γιατί πιστεύουν ότι δεν έχουν επαρκείς γνώσεις είτε για άλλους λόγους. Έτσι, πέραν της αρχής της πλειοψηφίας, εισάγεται και η αρχή της εντολής: αυτοί που δε συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση θεωρείται πως έχουν δώσει εντολή σε αυτούς που συμμετέχουν.

Η αρχή της εντολής δεν μπορεί να αποφευχθεί με την θέσπιση υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή υποχρεωτικής συμμετοχής (επιπλέον, η υποχρεωτική συμμετοχή δεν είναι επιθυμητή). Οι αποφάσεις της λαϊκής συνέλευσης θα δεσμεύουν πάντα και τους απουσιάζοντες.

Έτσι, η αρχή της εντολής δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τη διαφορά μεταξύ του αντιπροσωπευτικού και του αμεσοδημοκρατικού τρόπου λήψης των αποφάσεων. Αποτελεί άμεση συνέπεια του γεγονότος πως εξ’ ορισμού, οι νόμοι αφορούν όλα τα μέλη της κοινότητας. Με άλλα λόγια: δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ένας νόμος αφορά εμένα προσωπικά με το επιχείρημα ότι δεν πήρα μέρος στη δημιουργία του. Μη συμμετέχοντας στη διαδικασία για τη δημιουργία του νόμου, θεωρείται αυτόματα ότι έδωσα εντολή σε αυτούς που πήραν τελικά την απόφαση. Χωρίς αυτή την αρχή, ο καθένας θα εξαιρούσε τον εαυτό του από την εφαρμογή κάποιων νόμων  κατά το δοκούν.

Επομένως, σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, μέσα από την λαϊκή συνέλευση –από τυπικής άποψης- υπάρχουν πάντα δύο αποφάσεις που πρέπει να παρθούν:

  • Πρώτα λαμβάνεται απόφαση σχετικά με την εντολή: κάθε πολίτης αποφασίζει είτε ότι θα πάρει προσωπικά μέρος στο ‘για την συγκεκριμένη περίπτωση (ad hoc) κοινοβούλιο’ που θα αποφασίσει σχετικά, είτε ότι θα δώσει εντολή στους συμπολίτες του (το οποίο γίνεται με τη μη συμμετοχή του)
  • Δεύτερον, η λαϊκή συνέλευση αποφασίζει σχετικά με το ζήτημα έπειτα από συζήτηση

Από τη συνέλευση στο δημοψήφισμα

Έως εδώ, έχουμε συναντήσει τα ακόλουθα που αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία για τη λειτουργία της λαϊκής συνέλευσης και τα οποία θεωρούμε ως στοιχεία του ‘αρχέτυπου της δημοκρατίας’:

  • η αρχή της ισότητας
  • η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία από το λαό)
  • ο κανόνας της πλειοψηφίας
  • η αρχή της εντολής

Ο θεσμός της λαϊκής συνέλευσης δεν είναι πρακτικός για ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, παρά μόνο σε τοπικό επίπεδο. Όμως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Η λαϊκή συνέλευση ως μορφή δημοκρατίας μπορεί άνετα να εγκαταλειφθεί. Το ουσιώδες είναι να διατηρηθούν τα θεμελιώδη στοιχεία του αρχέτυπου της δημοκρατίας. Η λαϊκή συνέλευση είναι μία μόνο από τις εκδηλώσεις αυτού του αρχέτυπου.

Το μοντέλο της λαϊκής συνέλευσης έχει τους περιορισμούς του. Πέρα από ένα πληθυσμιακό μέγεθος, η πλατεία της πόλης απλά καθίσταται υπερβολικά μικρή. Ως εκ τούτου, ο δημόσιος διάλογος πρέπει να λάβει χώρα κάπου αλλού: μέσω των μίντια, μέσω συναντήσεων στις γειτονιές κλπ. Ο διάλογος θα διαρκέσει περισσότερο και θα είναι λιγότερο άμεσος. Αυτό συνιστά περισσότερο πλεονέκτημα παρά μειονέκτημα. Υπάρχει περισσότερος χρόνος για διαβούλευση, περισσότερες ευκαιρίες για την αναγνώριση λανθασμένων επιχειρημάτων. Ακόμη περισσότερο, δε θα ψηφίζουμε πια με ανάταση των χειρών, αλλά με την ‘ιδιωτικότητα’ του εκλογικού παραβάν. Αυτός ο τύπος μυστικής ψηφοφορίας συνιστά αναμφίβολα μεγάλο πλεονέκτημα: καθένας μπορεί να εκφράσει την άποψή του μακριά από την κοινωνική πίεση.

Μέσω αυτών των δύο μεταβολών, η λαϊκή συνέλευση μετατρέπεται σε δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα είναι ουσιαστικά μία λαϊκή συνέλευση στην οποία οι συμμετέχοντες δε συναντώνται πλέον φυσικά. Ταυτόχρονα όμως, τα δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών διατηρούν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της συνέλευσης: την αρχή της ισότητας, την αρχή της πρωτοβουλίας, την αρχή της πλειοψηφίας και την αρχή της εντολής.

Είναι ενδιαφέρον ότι ιστορικά – συγκεκριμένα στην Ελβετία- η μετάβαση από τη λαϊκή συνέλευση στο θεσμό του δημοψηφίσματος συνέβη έπειτα από πρωτοβουλία των πολιτών  : « Σε πολλά καντόνια, το δημοψήφισμα και οι πρωτοβουλίες θεωρούνταν ως αποδεκτή αντικατάσταση των άμεσων κοινοτικών συνελεύσεων και των ‘Lansgemeinden’. Η αύξηση του πληθυσμού άρχισε να καθιστά αυτόν τον τύπο συνέλευσης μη πρακτικό. Σε ορισμένα καντόνια, όπως το Schwyz και το Zug το 1848, η αντικατάσταση υπήρξε άμεση, με τη εισαγωγή του δημοψηφίσματος έπειτα από την κατάργηση του Landsgemeinde» (Kobach, 1994)

Αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Όμως και το δημοψήφισμα έχει τα όριά του. Δεν μπορούμε να διεξάγουμε δημοψήφισμα για κάθε ζήτημα: το κόστος της αμεσοδημοκρατικής λήψης αποφάσεων για μια κοινωνία είναι πολύ μεγάλο. Τα δημοψηφίσματα δεν κοστίζουν απλώς χρήματα. Πιο πολύ κοστίζουν σε χρόνο και προσπάθεια από τους πολίτες: πρέπει να χρησιμοποιήσουν όλες τις ικανότητές τους για να σχηματίσουν άποψη για το υπό συζήτηση θέμα κι έπειτα να ψηφίσουν.

Βέβαια, οι κουρασμένοι από τα διαδοχικά δημοψηφίσματα πολίτες μπορούν να απέχουν από την ψηφοφορία και έτσι να δώσουν εντολή σε αυτούς που ψηφίζουν. Εάν βέβαια υπάρχουν πολύ λίγοι ενδιαφερόμενοι πολίτες, η διαδικασία επίσης δεν έχει νόημα. Δεν εξυπηρετεί κάτι η οργάνωση εθνικού δημοψηφίσματος στο οποίο δε θα εμφανιστούν παρά μια χούφτα άνθρωποι. Όχι μόνο η λαϊκή συνέλευση είναι δύσκολο να λειτουργήσει, αλλά και η συστηματική διεξαγωγή δημοψηφισμάτων γίνεται πρακτικά δύσκολη.

Άρα, πρέπει να βρεθεί μια άλλη λύση. Το βασικό ερώτημα που τίθεται τότε είναι: όταν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημοψήφισμα για τη λήψη αποφάσεων, τότε ποιος θα πάρει αυτές τις αποφάσεις; Το πρόβλημα της εντολής με το δημοψήφισμα επιλύεται από μόνο του καθώς αυτοί που καλούνται να ψηφίσουν και όντως ψηφίζουν λαμβάνουν τη λαϊκή εντολή. Εφόσον καθένας είναι ελεύθερος να δεχτεί ή όχι αυτή την εντολή, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Αλλά σε ποιον δίνεται η εντολή όταν δεν πραγματοποιείται δημοψήφισμα;

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι ουσιαστικά η τεχνική για την επίλυση ενός τέτοιου προβλήματος. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία πρέπει να εφαρμόζεται όσο οι πολίτες έχουν πολύ λίγο χρόνο ή ενδιαφέρον συνεργασίας για μια απόφαση που εκκρεμεί. Τα κόστη που αντιμετωπίζει μια κοινωνία για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για κάθε διαφορετικό ζήτημα, είναι σύμφωνα με τους ίδιους τους πολίτες, πολύ υψηλά σε σχέση με το δημοκρατικό όφελος (άμεση πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων για κάθε πολίτη). Να γιατί οι πολίτες εκλέγουν το κοινοβούλιο για κάποια χρόνια: λαμβάνει την εντολή να παίρνει αποφάσεις επί όλων των θεμάτων για τα οποία οι πολίτες δεν επιθυμούν να αποφασίσουν άμεσα. Η εκλογή του κοινοβουλίου είναι λοιπόν ένας ιδιαίτερος τύπος αμεσοδημοκρατικής απόφασης: οι πολίτες αποφασίζουν ποιος θα αποφασίσει και υπό ποιες συνθήκες για τα ζητήματα για τα οποία θέλουν να αναθέσουν την εντολή.

Η εντολή που λαμβάνεται από το κοινοβούλιο είναι επομένως, μια ιδιαίτερη εκδήλωση της εντολής που δίνεται στους ψηφοφόρους στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες από ολόκληρη την κοινότητα. Στην αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων (δημοψήφισμα), οι ενεργοί ψηφοφόροι σχηματίζουν ένα για συγκεκριμένο θέμα (ad hoc) κοινοβούλιο που εντέλλεται να λάβει απόφαση για κάποιο ζήτημα. Η μόνη διαφορά με το αντιπροσωπευτικό σύστημα (κοινοβουλευτική ψηφοφορία) είναι ότι το κοινοβούλιο έλαβε την εντολή πολύ πριν από τη συγκεκριμένη ψήφιση και ότι η εντολή δίνεται για ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι σαφές ότι αυτή η διάκριση μεταξύ εντολής και απόφασης δεν είναι θεμελιώδης. Είναι όμως σημαντικό να κατανοήσουμε πως το κοινοβούλιο και η κοινότητα των ψηφοφόρων σε ένα δημοψήφισμα έχουν την ίδια βάση τόσο λογικά όσο και τυπικά.

Η σχέση μεταξύ δημοψηφίσματος και κοινοβουλευτικής λήψης αποφάσεων

Με την κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση παρουσιάζεται ένα άλλο πρόβλημα. Πώς θα προσδιοριστεί το για ποια ζητήματα συνεχίζουν οι πολίτες να θέλουν να αποφασίζουν άμεσα;

Οι υποστηρικτές του αποκλειστικά αντιπροσωπευτικού συστήματος έχουν ήδη έτοιμη την απάντησή τους. Υποστηρίζουν ότι το κοινοβούλιο έχει όλες τις εξουσίες και απορρίπτουν το δημοψήφισμα. Αυτό παραβιάζει σοβαρά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας που περιλαμβάνεται στο αρχέτυπο της δημοκρατίας. Σε ένα τέτοιο σύστημα είναι εκ νέου πιθανό να περνούν νόμοι που επιθυμεί μια ελίτ, αλλά απορρίπτει η πλειοψηφία. Από τη στιγμή λοιπόν που εγκαθιδρύεται το κοινοβούλιο, μπορεί ελεύθερα να δρα ενάντια στη θέληση της πλειοψηφίας. Το δικαίωμα της πρωτοβουλίας, το οποίο απορρέει από την αρχή της ισότητας, αναιρείται.

Οι υπερασπιστές αυτού του αποκλειστικά αντιπροσωπευτικού συστήματος στηρίζονται σε δύο βασικά επιχειρήματα.

Μία εντολή που επιβλήθηκε δε συνιστά εντολή

Κατ’ αρχήν, οι υπερασπιστές του ‘αποκλειστικά αντιπροσωπευτικού συστήματος’ διατείνονται ότι οι πολίτες δίνουν εντολή σε αυτούς που εκλέγονται κι επομένως οι τελευταίοι είναι αυτοί που έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν.

Με αυτό, φαίνεται να αγνοούν ότι αυτός ο τύπος επιβεβλημένης εντολής περιέχει μια εσωτερική αντίφαση. Μία νομιμοποιημένη εντολή, όπως κι ένα δώρο, πρέπει να δίνεται εθελοντικά. Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να μη δώσει εντολή, αλλά να ζητήσει αμεσοδημοκρατική λήψη απόφασης μέσω δημοψηφίσματος. Η επιβεβλημένη εντολή που γίνεται αντικείμενο σφετερισμού είναι κάλπικη εντολή.

Εδώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια αναλογία. Ας υποθέσουμε ότι σας σταματούν νύχτα πέντε ληστές και σας ζητούν το πορτοφόλι σας. Σας αφήνουν ωστόσο την επιλογή σε ποιόν από τους πέντε να δώσετε τα λεφτά σας. Με μισή καρδιά τα δίνετε στο λιγότερο αντιπαθητικό, ο οποίος μετά συλλαμβάνεται από την αστυνομία. Τότε, κατά το διαπληκτισμό σας λέει: ‘Δεν έκλεψα το πορτοφόλι σου, εσύ με τη θέλησή σου μου το έδωσες. Μπορούσες να μη μου το δώσεις.’ Το οξύμωρο αυτής της πρότασης είναι ξεκάθαρο. Μπορούσατε όντως να μη δώσετε τα χρήματά σας σε αυτό τον κακοποιό. Ωστόσο, υποχρεωθήκατε (από τον ίδιο και τους άλλους τέσσερις) να δώσετε οπωσδήποτε το πορτοφόλι σας- παρά τη θέλησή σας. Δε σας επετράπη να κρατήσετε οι ίδιοι το πορτοφόλι σας. Τώρα βάλτε στη θέση των κακοποιών τα πολιτικά κόμματα και στη θέση του πορτοφολιού σας το δικαίωμα της άμεσης συμμετοχής σας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και έχετε το επιχείρημα υπέρ της αποκλειστικά αντιπροσωπευτικής λήψης αποφάσεων. Όπως η ελευθερία να παραδώσετε το πορτοφόλι σας ήταν κάλπικη ελευθερία, έτσι και η εντολή σε ένα αποκλειστικά αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι κάλπικη, ακριβώς επειδή επιβάλλεται. Όπως είπε ο Friedrich Nietzsche: «ο κοινοβουλευτισμός, δηλαδή η επίσημη παραχώρηση της άδειας να επιλέγεις μεταξύ πέντε πολιτικών απόψεων, είναι δημοφιλής ανάμεσα σε εκείνους που θα ήθελαν να φαίνονται ανεξάρτητοι αγωνιζόμενοι για την επικράτηση των απόψεων τους. Παρόλα αυτά, δε διαφέρει καθόλου αν επιβάλλεται μια άποψη στο κοπάδι ή αν επιτρέπονται πέντε απόψεις.’ (Nietzsche, 1882, 1999, σ. 500)

Η ιδέα της ‘αποκλειστικά αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας’ είναι μια εσωτερική αντίφαση (συγκρίσιμη με τον ‘τετράγωνο κύκλο’), ιδίως όταν η πλειοψηφία θέλει αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων. Σε αυτή την περίπτωση, το αποκλειστικά αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι εξ’ ορισμού αντιδημοκρατικό, καθώς από τη φύση του αντίκειται στην θέληση της πλειοψηφίας.

 Ο καθένας μπορεί να ιδρύσει κόμμα

Οι υποστηρικτές του αποκλειστικά αντιπροσωπευτικού τρόπου λήψης χρησιμοποιούν κι ένα δεύτερο επιχείρημα. Λένε πως ο καθένας είναι ελεύθερος να ιδρύσει κόμμα και να διεκδικήσει μια θέση στο κοινοβούλιο.

Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό αρνείται την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Η λαϊκή κυριαρχία εκκινεί από το ότι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν πώς θα παρθεί μία απόφαση. Είναι πολύ πιθανό, η μεγάλη πλειοψηφία του λαού να θέλει να εκφράσει την άποψή της για ένα συγκεκριμένο ζήτημα άμεσα και πολύ λίγοι να επιθυμούν μια θέση στο κοινοβούλιο. Στη δημοκρατία αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό. Όποιος αυθαίρετα αποφασίζει ενάντια στη θέληση της πλειοψηφίας, ότι η αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων δεν επιτρέπεται κι ότι όποιος θέλει να αλλάξει κάτι πρέπει να διεκδικήσει θέση στο κοινοβούλιο, θέτει εαυτόν πάνω κι εναντίον του λαού και παραβιάζει τη λαϊκή κυριαρχία. Αν ο λαός θέλει να αποφασίσει πάνω σε ένα ζήτημα αμεσοδημοκρατικά κι αυτό καθίσταται αδύνατο, τότε είναι ξεκάθαρο ότι ο λαός δεν αποτελεί την κυρίαρχη εξουσία. Όταν μία ελίτ αρνείται στην πλειοψηφία των πολιτών τη δυνατότητα να παίρνουν αποφάσεις άμεσα και ως εναλλακτική προτείνει την ίδρυση κόμματος, τότε ‘καπελώνει’ την πλειοψηφία και δεν έχει σε τίποτα να κάνει με δημοκρατία.

Η έρευνα πάνω στα κίνητρα της εκλογικής συμπεριφοράς δείχνει με βεβαιότητα πως η πλειοψηφία των ψηφοφόρων δεν ψηφίζει απλά για να δώσει εντολή. Η πλειοψηφία των εκλογέων ψηφίζει στρατηγικά, δηλαδή με δεδομένο το υπάρχον σύστημα επιλέγει τους λιγότερο κακούς υποψήφιους. Εάν οι ψήφοι ρίχνονταν στην κάλπη με σκοπό τη χορήγηση δημοκρατικής εντολής, τότε η τρέχουσα κρίση εμπιστοσύνης – που συνεχώς επισημαίνεται από τις δημοσκοπήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη – θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί. Δεν υπάρχουν εντολοδόχοι με την κυριολεκτική σημασία που κάθονται στα κοινοβουλευτικά έδρανα, παρά ηγέτες που εκλέγονται έναντι άλλων, απλώς και μόνο επειδή το εκλογικό σώμα αναγκάζεται να εκλέξει κάποιον κι έτσι ψηφίζει το πρόσωπο (ή κόμμα) που είναι λιγότερο πιθανό να κάνει ζημιά.

Άρα, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ  πολιτικών κομμάτων που υποστηρίζουν τα δεσμευτικά δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών και εκείνων που αντιστέκονται στην εισαγωγή τους. Αυτά τα τελευταία πρέπει να τα θεωρούμε ως προσδεδεμένα στα κατεστημένα συμφέροντα. Μόνο τα κόμματα που  υποστηρίζουν ανεπιφύλακτα την εισαγωγή του θεσμού αυτού μπορούν να θεωρούνται γνήσια δημοκρατικά, με την έννοια ότι παλεύουν για μια αυθεντική μορφή ‘λαϊκής εξουσίας’.

Κοινοβούλιο και δημοψηφίσματα

Το πλήρως αντιπροσωπευτικό σύστημα επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινά δημοκρατικό. Το σύστημα αυτό απαιτεί αυταπόδεικτα (a priori) την τοποθέτηση μιας ελίτ που λαμβάνει τις αποφάσεις κι ανοίγει το δρόμο για τη θέσπιση νόμων που είναι αντίθετοι στη θέληση των ανθρώπων.

Παρόλα αυτά, το αντιπροσωπευτικό σύστημα μπορεί να λειτουργεί ικανοποιητικά σε μία ειδική περίσταση. Όταν η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών αποδέχεται ένα πλήρως αντιπροσωπευτικό σύστημα κι ακόμη όταν η πλειοψηφία των πολιτών ταυτίζεται με κάποιο από τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, τότε το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι επαρκώς νομιμοποιημένο (αφού το επιθυμούν οι πολίτες). Αυτή ήταν ίσως η κατάσταση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σε πολλές δυτικές χώρες μέχρι περίπου τη δεκαετία του ’60.

Όμως οι καιροί άλλαξαν. Η πλειοψηφία των πολιτών είναι υπέρ των δημοψηφισμάτων, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ταυτίζονται με  κάποιο κόμμα. Το σύστημα λήψης των αποφάσεων παραμένει αμετάβλητο, αλλά το δημοκρατικό έλλειμμα μεγαλώνει όλο και περισσότερο, καθώς σε αυτό το σύστημα η ικανότητα των ανθρώπων να εκφράζουν τις κοινωνικές πεποιθήσεις τους συνεχώς υποχωρεί.

Κάτι τέτοιο μπορεί μόνο να επιλυθεί μέσω της καθιέρωσης δημοψηφισμάτων δεσμευτικού χαρακτήρα με πρωτοβουλία των πολιτών. Σε συνδυασμό με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, αυτά τα δημοψηφίσματα μπορούν να δώσουν ένα σύστημα, το οποίο από τη μία να διαθέτει τα βασικά χαρακτηριστικά μιας λαϊκής συνέλευσης (ισότητα, δικαίωμα πρωτοβουλίας, αρχή της πλειοψηφίας, αρχή της εντολής) κι από την άλλη να μπορεί να είναι εφαρμόσιμο σε μια σύγχρονη κοινωνία. Ωστόσο,  θα πρέπει να εισάγουμε κάποιες καινούριες αρχές που θα προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν η αντιπροσωπευτική με την αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων. Συγκεκριμένα, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε το βασικό πλεονέκτημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (όχι ψηφοφορία για κάθε ζήτημα), τότε θα πρέπει να ζητείται από τους πολίτες να εκδηλώνουν ενεργά το ενδιαφέρον τους για την αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων. Το κοινοβούλιο ή άλλο αντιπροσωπευτικό σώμα, θα θεωρείται ότι έχει την εντολή για όλα τα ζητήματα επί των οποίων οι πολίτες δεν εκδηλώνουν ενεργά την επιθυμία τους για αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων.

Εάν μια ομάδα πολιτών θέλει δημοψήφισμα για κάποιο ζήτημα, τότε θα πρέπει να αποδείξουν πως μία σαφής επιθυμία για άμεση λήψη αποφάσεων υπάρχει όντως μεταξύ των πολιτών. Πρακτικά αυτό μπορεί να αποδειχθεί μέσω της συλλογής υπογραφών για δημοψήφισμα. Στην Ελβετία για παράδειγμα, διεξάγεται δημοψήφισμα σε ομοσπονδιακό επίπεδο εάν το ζητήσει το 2% του εκλογικού σώματος.

Ιεράρχηση των νόμων

Νόμοι που επικυρώνονται με δημοψήφισμα πρέπει να είναι ανώτεροι στη νομική ιεραρχία από νόμους που έχουν περάσει από το κοινοβούλιο. Μία επιπλέον πρόβλεψη είναι ότι νόμος που εγκρίνεται άμεσα από το λαό δεν μπορεί μετά να απορριφθεί από το κοινοβούλιο. Εξάλλου, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος σημαίνει ότι ο λαός θέλει να εκφράσει τις απόψεις του για το εξεταζόμενο ζήτημα. Με το δημοψήφισμα, η δημοκρατική εντολή δίνεται στα χέρια των ψηφοφόρων και όχι των βουλευτών.

Στην Ελβετία, αυτή η ανωτερότητα των νόμων των πολιτών ρυθμίζεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο μέσω της συμπερίληψης των νόμων των πολιτών ως μέρος του συντάγματος. Καθώς το ελβετικό σύνταγμα μπορεί να αλλάξει μόνο μέσω δημοψηφίσματος, μία απόφαση των πολιτών μπορεί μόνο να καταργηθεί από άλλη απόφαση των πολιτών. Το μειονέκτημα είναι, ωστόσο, ότι το ελβετικό σύνταγμα έχει εξελιχθεί σε ένα περίεργο μείγμα γενικών προβλέψεων (σαν αυτές που υπάρχουν συνήθως σε ένα σύνταγμα) και ειδικών όρων (που συνήθως υπάρχουν σε νόμους).

Το ότι σοβαρά προβλήματα μπορούν να προκύψουν σε αυτό το σημείο φαίνεται καλύτερα στο παράδειγμα του Όρεγκον. Δεσμευτικά δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία των πολιτών υπάρχουν σε αυτή την πολιτεία των Η.ΠΑ., αλλά το πολιτειακό κοινοβούλιο μπορεί με απλή πλειοψηφία να καταργήσει αυτούς τους νόμους. Αυτό έχει όντως συμβεί στο παρελθόν. Το 1988 για παράδειγμα, διενεργήθηκε μια πρωτοβουλία πολιτών που προέβλεπε μεγαλύτερη διάρκεια φυλάκισης για όσους διαπράττουν βίαια εγκλήματα. Ο νόμος αυτός ακυρώθηκε από τη βουλή.

Αργότερα ξεκίνησε μια λαϊκή πρωτοβουλία (Measure 33) σε μια προσπάθεια να εμποδίσει τέτοια συμβάντα, η οποία πρότεινε τα ακόλουθα:

  • νόμοι που προκύπτουν από πρωτοβουλία των πολιτών μπορούν να αλλάζουν μόνο μέσα σε πέντε χρόνια από άλλη πρωτοβουλία πολιτών
  • μετά από πέντε χρόνια, μπορεί να γίνει αλλαγή εάν συγκεντρώνει τουλάχιστον 60% και στα δύο νομοθετικά σώματα (Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων).

Ωστόσο, η πρόταση αυτή απορρίφθηκε με πολύ μικρή διαφορά το Νοέμβριο του 1996.

Απαρτία μελών

Σε σχέση με την αρχή της εντολής, είναι παράλογο να εισάγουμε όρια συμμετοχής για την αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων. Οι πολίτες που δε λαμβάνουν μέρος σε μια ψηφοφορία θεωρείται ότι έχουν δώσει εντολή σε ατούς που ψηφίζουν. Εάν μπουν όρια συμμετοχής, τότε ανοίγει ο δρόμος σε μποϋκοτάζ των δράσεων από μειοψηφίες. Ας υποθέσουμε για παράδειγμα ότι υπάρχει όριο συμμετοχής 40% και ότι  το 60% του εκλογικού σώματος θέλει να ψηφίσει. Από αυτούς που θέλουν να ψηφίσουν το 55% υποστηρίζει την προς ψήφιση πρόταση, ενώ το 45% αντιτίθεται. Οι αντίπαλοι της πρότασης φαίνεται ότι δεν μπορούν να κερδίσουν στο δημοψήφισμα. Όμως, αν μείνουν στο σπίτι τους μπορούν να κερδίσουν, γιατί δε θα επιτευχθεί το όριο του 40% και η πρόταση θα απορριφθεί, παρά τη θέληση της πλειοψηφίας.

Το κοινοβούλιο μπορεί να  διαθέτει μόλις το 0,003% του πληθυσμού, αλλά μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Άρα, δεν έχει νόημα να τεθούν όρια συμμετοχής της τάξης του 20% ή 40% για το συγκεκριμένου θέματος (ad hoc) κοινοβούλιο που προκύπτει από το δημοψήφισμα. Το λάθος που γίνεται με τα όρια συμμετοχής είναι ότι αυτοί που μένουν σπίτι τους μετριούνται είτε ως υποστηρικτές είτε ως αντίπαλοι (ανάλογα το δημοψήφισμα). Στην πραγματικότητα, έχουν επιλέξει να μη διατυπώσουν την άποψή τους. Αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό.

Τέλος, πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως η προσέλευση σε ένα δημοψήφισμα δεν πρέπει να συγκρίνεται με προσέλευση στις εκλογές. Στις εκλογές συναντάμε στην ατζέντα των κομμάτων ή στα μανιφέστα τους όλων των ειδών τα ζητήματα: τα τρέχοντα και όλα τα νέα θέματα που μπορεί να παρουσιαστούν τα επόμενα τέσσερα ή πέντε χρόνια. Το δημοψήφισμα έχει μόνο ένα ζήτημα στην ατζέντα, άρα είναι λογικό η προσέλευση σε αυτό να είναι μικρότερη από αυτή των εκλογών.

Μερικές φορές αναπτύσσονται επιχειρήματα υπέρ ενός χαμηλού ορίου, ακριβώς για να αποφευχθεί ένα πιθανό μποϊκοτάζ. Ωστόσο, αυτή η άποψη δεν είναι λογική. Ένα όριο μπορεί να είναι τόσο χαμηλό που να μπορεί να επιτευχθεί πολύ εύκολα και έτσι να αποφεύγεται το μποϊκοτάζ (αλλά την ίδια στιγμή το όριο δεν έχει καμία σημασία), ή τόσο υψηλό που να μην μπορεί ποτέ να επιτευχθεί οπότε το μποϊκοτάζ είναι εφικτό. Δεν υπάρχει τρίτη εκδοχή.

Αξίζει επίσης να θυμόμαστε πως τα όρια συμμετοχής είναι βασικά αδύνατα για τις βουλευτικές ή δημοτικές εκλογές. Άλλωστε, εάν ένα τέτοιο όριο δεν επιτυγχανόταν, θα προκαλούνταν τριγμοί στο  νομοθετικό και διοικητικό σύστημα. Δεν υπάρχει λόγος να μην τίθεται όριο συμμετοχής σε αυτές τις εκλογές αλλά ταυτόχρονα να επιμένουμε για όριο στα δημοψηφίσματα. Εάν το σώμα που αποφασίζει μέσω δημοψηφίσματος χρειάζεται να είναι αρκούντως ‘αντιπροσωπευτικό’, τότε το ίδιο πρέπει να ισχύει a fortiori (ακόμη πιο αυστηρά) για τις βουλευτικές εκλογές. Ας υποθέσουμε πως υπάρχει ένα όριο της τάξης του 25% για ένα δημοψήφισμα και ταυτόχρονα δεν υπάρχει όριο συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές. Τότε  δημοψήφισμα στο οποίο η συμμετοχή είναι 20% θα θεωρηθεί άκυρο. Όμως, ένα κοινοβούλιο εκλεγμένο μόλις από το 5% του εκλογικού σώματος, μπορεί να παίρνει ‘νόμιμες’ αποφάσεις- αποφάσεις που στηρίζονται σε μια έμμεση συμμετοχή της τάξης του 5%- ενώ το δημοψήφισμα που απορρίφθηκε μπορεί να καυχιέται ότι είχε άμεση συμμετοχή της τάξης του 20%. Κάτι τέτοιο είναι παράλογο. Επιπλέον, η εντολή που δίνεται στο κοινοβούλιο είναι πολύ μεγαλύτερης σημασίας από αυτή που δίνουν στους ψηφοφόρους του δημοψηφίσματος όσοι επιλέγουν να μείνουν σπίτι. Εξ’ άλλου, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ανυπολόγιστης σημασίας αποφάσεις μπορεί να πάρουν τα μέλη του κοινοβουλίου. Κατά την διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής θητείας, νέα ζητήματα και νομοσχέδια τα οποία που δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν, εισάγονται συνεχώς στην ατζέντα.

Τέλος, κάποιοι υποστηρικτές των ορίων συμμετοχής επικαλούνται τον κίνδυνο ‘τμηματοποίησης’. Εννοούν με αυτό ότι οι πολίτες θα ψηφίζουν μόνο για ζητήματα που αφορούν τη δική τους ομάδα. Για παράδειγμα, σε ένα δημοψήφισμα σχετικά με ένα σχέδιο δράσης για τα απόβλητα κτηνοτροφικών μονάδων, θα ψήφιζαν μόνο οι κτηνοτρόφοι.

Η ένσταση αυτή εδράζεται στη λανθασμένη άποψη ότι οι πολίτες ψηφίζουν μόνο για την υπεράσπιση των συμφερόντων της δικής τους ομάδας. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Σε χώρες ή πολιτείες όπου δεν υπάρχουν όρια συμμετοχής, όπως η Ελβετία και η Καλιφόρνια, δεν υπάρχουν ενδείξεις ‘τμηματοποίησης’. Η πρακτική πρόοδος των αμεσοδημοκρατικών ψηφοφοριών καθιστά ένα τέτοιο κίνδυνο a priori απίθανο. Για παράδειγμα, κάθε φορά που διενεργείται δημοψήφισμα στην Ελβετία υπάρχουν διάφορα ζητήματα για τα οποία οι ψηφοφόροι καλούνται να ψηφίσουν ταυτόχρονα. Τα ερωτήματα που τίθενται έχουν να κάνουν με τα πλέον διαφορετικά θέματα που αφορούν την ομοσπονδία, το καντόνι αλλά ακόμα και τον δήμο. Επομένως, οι πολίτες δεν καλούνται να προσέλθουν στις κάλπες μόνο για ένα συγκεκριμένο θέμα.

Αντιθέτως, είναι το κοινοβουλευτικό σύστημα που είναι έντονα εκτεθειμένο στον κίνδυνο της τμηματοποίησης.  Ενδιαφέροντα παραδείγματα γι’ αυτό αποτελούν ακριβώς το σχέδιο δράσης για τη χρήση της κοπριάς ως λίπασμα ή η απαγόρευση της διαφήμισης τσιγάρων στο Βέλγιο. Οι ομάδες οικονομικών συμφερόντων μπορούν μέσω των ‘επαφών’ τους με μια μικρή ομάδα ‘ειδικών’ βουλευτών να ασκήσουν τεράστια πίεση στη λήψη της απόφασης. Οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων καθιστούν πολύ πιο δύσκολη την καθοριστική παρέμβαση τέτοιων ομάδων συμφερόντων.

Το όριο συμμετοχής στο κοινοβούλιο

Κάποιες φορές πάλι για να υποστηριχθεί το όριο συμμετοχής στα δημοψηφίσματα γίνεται σύγκριση με το όριο συμμετοχής που υπάρχει σε πολλά κοινοβούλια. Συχνά οι ψηφοφορίες στα κοινοβούλια είναι έγκυρες μόνο όταν ψηφίζει τουλάχιστον το 50% των βουλευτών. Κατ’ αναλογία, υποστηρίζεται ότι μια ψηφοφορία μπορεί να είναι έγκυρη μόνο αν συμμετέχει τουλάχιστον το 50% των πολιτών.

Ωστόσο, πρόκειται για μια εσφαλμένη αναλογία. Είδαμε ως τώρα ότι το κοινοβούλιο είναι λογικά ισοδύναμο με τους συμμετέχοντες σε ένα δημοψήφισμα κι όχι με όσους έχουν δικαίωμα ψήφου. Ένας βουλευτής έχει συνάψει μια συμφωνία με τους πολίτες, ότι για μια συγκεκριμένη περίοδο θα αναλάβει τη λήψη αποφάσεων για τα ζητήματα που οι δεύτεροι δεν επιθυμούν να αποφασίσουν. Άρα, οι βουλευτές πρέπει θεωρητικά να είναι παρόντες στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες. Εάν απέχουν από αυτές με πρόθεση, τότε σπάνε τη συμφωνία που έχουν συνάψει. Το όριο συμμετοχής του 50% στο κοινοβούλιο αποτελεί μια ισχνή αντανάκλαση αυτού του καθήκοντος. Δεν πρόκειται για την καλύτερη ρύθμιση του θέματος, εφόσον εξυπηρετεί την πόλωση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας στο κοινοβούλιο. Με την σειρά της, η πόλωση αυτή είναι ασυμβίβαστη με  το συμβόλαιο που υπάρχει μεταξύ των βουλευτών της μειοψηφίας και των ψηφοφόρων τους. Αν αυτά τα μέλη του κοινοβουλίου είναι μέλη της μειοψηφίας μπορούν δικαιολογημένα να ισχυριστούν πως η παρουσία τους στο κοινοβούλιο είναι άχρηστη, ότι δεν μπορούν ποτέ να επηρεάσουν τις αποφάσεις. Τότε οι βουλευτές αυτοί, δεν μπορούν να τιμήσουν το συμβόλαιο τους με τους ψηφοφόρους, το οποίο δεν είναι δικό τους λάθος, αλλά προκύπτει από το μπλοκάρισμα που τους κάνει η πλειοψηφία.

Η περιοχή ισχύος των δημοψηφισμάτων

Το δημοψήφισμα πρέπει να μπορεί να διενεργείται για όλα τα ζητήματα που μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις μέσω αντιπροσώπων. Η άρνηση στους πολίτες να αποφασίζουν για κάποια ζητήματα, έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμα της πρωτοβουλίας. Πρέπει όμως και η άμεση λήψη αποφάσεων να υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς στους οποίους υποβάλλεται και η αντιπροσωπευτική λήψη αποφάσεων. Εδώ πρέπει να προσέξουμε τρία σημεία:

  • Η λήψη αποφάσεων πρέπει να γίνεται στο αντίστοιχο επίπεδο. Δεν μπορεί δηλαδή να αποφασίζεται η μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σε περιφερειακό επίπεδο ή η απαγόρευση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας σε δημοτικό επίπεδο.
  • Οι προτάσεις που τίθενται προς ψήφιση πρέπει να βρίσκονται σε συμφωνία με τα βασικά δικαιώματα και ελευθερίες όπως προβλέπει το σύνταγμα και οι διεθνείς συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  • Ωστόσο, οι πολίτες πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αλλάζουν το σύνταγμα μέσω δημοψηφίσματος και να ελέγχουν αμεσοδημοκρατικά την ένταξη στις διεθνείς συνθήκες. Οι συνθήκες πρέπει να υπόκεινται πάντα σε ένα χρονικό όριο και να είναι δυνατόν να διακοπούν. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η λαϊκή κυριαρχία περιορίζεται σε ανεπίτρεπτο βαθμό.

Η πολιτική ελίτ έχει την έντονη τάση, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης, να αποκλείει την αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων για κάποια θέματα. Η άποψη αυτή δε συναντάται μόνο στους πολιτικούς ηγέτες, αλλά και μεταξύ των ακαδημαϊκών και των καθηγητών. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η  ‘Σύσταση της επιστημονικής επιτροπής της επιτροπής για την πολιτική ανανέωση’ (2000) για την αρμόδια επιτροπή του βελγικού κοινοβουλίου. Εκεί διαβάζουμε ότι: «Στις περισσότερες χώρες τα ζητήματα της φορολογίας δεν τίθενται σε λαϊκή ψηφοφορία. Ο λόγος είναι ότι υπάρχει φόβος ο λαός να επιλέξει την ελάφρυνση των φόρων σε ένα δημοψήφισμα και την ίδια στιγμή να ζητούν από την κυβέρνηση τις ίδιες ή καλύτερες υπηρεσίες». Για αυτό το λόγο, οι καθηγητές υποστηρίζουν τον αποκλεισμό ζητημάτων που σχετίζονται αποκλειστικά ή κυρίως με τη φορολογία ή τον προϋπολογισμό από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Το επιχείρημά τους αυτό δεν είναι μόνο αντιδημοκρατικό, αλλά και λανθασμένο στο βαθμό που αποσιωπά το σαφώς αντίθετο σε αυτή την θέση, παράδειγμα της Ελβετίας. Εκεί, δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί, χωρίς αυτό να επηρεάζει δυσμενώς τον εθνικό προϋπολογισμό.

Δικαίωμα υπογραφών

Οι ολιγάριθμες ομάδες πολιτών (π.χ. 0,1% του εκλογικού σώματος, περίπου 45000 υπογραφές στης Μεγάλη Βρετανία), θα πρέπει να μπορούν να θέτουν ένα ζήτημα στην κοινοβουλευτική ατζέντα, ακόμη κι αν δεν έχει συγκεντρωθεί επαρκής αριθμός υπογραφών για διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Αυτό προκύπτει άμεσα από τη φύση του κοινοβουλίου: είναι το όργανο όπου λαμβάνονται αποφάσεις για ζητήματα που αφορούν την κοινωνία, αλλά οι πολίτες δεν επιθυμούν να αποφασίσουν οι ίδιοι. Το γεγονός ότι συγκεντρώνονται χιλιάδες υπογραφές πολιτών κάνει το θέμα ένα κοινωνικό ζήτημα.

Το δικαίωμα της υπογραφής και το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών συνδέονται σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία πολλών σταδίων. Μια πρωτοβουλία πολιτών ξεκινά ως ομάδα υπογραφών. Αν ας πούμε συλλεχθούν 43800 υπογραφές, η πρόταση των πολιτών έρχεται στο κοινοβούλιο ως αίτημα. Εάν το κοινοβούλιο αποδεχθεί την πρόταση, η πρωτοβουλία τελειώνει. Σε άλλη περίπτωση, η πρωτοβουλία των πολιτών μπορεί να προκαλέσει δημοψήφισμα με τη συλλογή περισσότερων υπογραφών (π.χ. 2% του εκλογικού σώματος, γύρω στους 900000 στην Μεγάλη Βρετανία). Οι ψηφοφόροι πρέπει στη συνέχεια να ενημερωθούν επίσης για τις συστάσεις ή διατυπώσεις του κοινοβουλίου, που αποτελούν μέρος του κοινωνικού διαλόγου. Επίσης, το κοινοβούλιο πρέπει να έχει δικαίωμα υποβολής εναλλακτικής πρότασης επιπλέον της πρότασης των πολιτών. Έπειτα, στο δημοψήφισμα, οι ψηφοφόροι μπορούν να επιλέξουν μεταξύ τριών εναλλακτικών: της υπάρχουσας κατάστασης (status quo), της πρότασης των πολιτών ή της κοινοβουλευτικής εναλλακτικής πρότασης (αυτό το σύστημα ισχύει στην Ελβετία και τη Βαυαρία). Ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να διασφαλίσει την ύπαρξη στενότερου δεσμού μεταξύ κοινοβουλίου και πολιτών.”


Advertisements

One thought on “Το αρχέτυπο της δημοκρατίας

  1. Επί της ουσίας κατατοπιστικό παράθεμα,
    ιδιαίτερα για όσοι αδυνατούν ακόμη να απεμπλακούν
    από τις προτεινόμενες πολιτικές »λύσεις»
    και είναι δυστυχώς πολλοί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s