Ας πούμε επιτέλους αυτή την λέξη…..

Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον την παρακάτω συνέντευξη του καθηγητή Κοντογιώργη. Εκτός των άλλων ο Κοντογιώργης προσπαθεί να απαντήσει στην κρίσιμη ερώτηση : «Πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να ξανα-ενεργοποιηθεί πολιτικά η Κοινωνία;» και απαντά πολύ εύστοχα : «Υποθέστε πως αντί για το παρόν, μη αντιπροσωπευτικό, πολιτικό σύστημα, έχουμε κάποιο άλλο, που θα λάβει την Κοινωνία πιο πολύ υπ’ όψιν του. Αυτό γίνεται, αν ανιχνεύουμε δημοσκοπικά τη βούληση της Κοινωνίας για ένα ολοένα και ευρύτερο φάσμα ζητημάτων. Να γίνει υποχρεωτική η ανίχνευση της βούλησης της Κοινωνίας μέσω ενός θεσμού, βάσει του οποίου η Κοινωνία θα μπορεί να υποδεικνύει τη βούλησή της στο πολιτικό προσωπικόΤι άλλο όμως περιγράφει παραπάνω ο Κοντογιώργης αν όχι τον θεσμό του δημοψηφίσματος; Γιατί δεν το λέει καθαρά; Μήπως γιατί απλά δεν ξέρουμε τον θεσμό και την τρομερή του δύναμη; Αλλά ακόμα και έτσι, τι ποιο λογικό από το να σκεφθεί κανείς : μα αυτό το οποίο περιγράφει ο Κοντογιώργης δεν είναι τίποτα άλλο από …. δημοψηφίσματα. Σε μια από τις συζητήσεις στις οποίες έλαβα μέρος το προηγούμενο διάστημα μου έκανε εντύπωση η θέση μιας κυρίας ότι το δημοψήφισμα θα καλείται πάντα με θέμα και την στιγμή που οι πολιτικές ελίτ θα επιλέγουν. Μου έκανε εντύπωση γιατί είχα ήδη αναφέρει δύο φορές ότι ο μόνοι που νομιμοποιούνται να καλούν δημοψήφισμα είναι οι ΠΟΛΙΤΕΣ και όχι οι πολιτικοί. Τότε κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένα είναι κάποια στερεότυπα μέσα μας. Όταν της εξήγησα ότι το δημοψήφισμα οφείλει να καλείται από και μόνο από τους πολίτες με κοίταξε με έκπληξη. Ήταν κάτι το οποίο ποτέ δεν είχε φαντασθεί, όπως και εγώ άλλωστε ένα χρόνο πριν……… Εσείς το έχετε φαντασθεί;

Παρακάτω η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Κοντογιώργη.

«Μας χρειάζεται επειγόντως ένα Μνημόνιο εναντίον του κράτους!»

Ο γνωστός καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου σχολιάζει τις πολιτικές εξελίξεις, εξηγώντας γιατί η Ελλάδα είναι δέσμια «ολιγαρχικών συμμοριών» και πώς η κοινωνία των πολιτών πρέπει να δράσει, προκειμένου να ακυρώσει το δυο αιώνων δυναστικό κράτος που την οδήγησε και στο σημερινό αδιέξοδο…

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου για το περιοδικό Hellenic Nexus, τεύχος 64/Ιούνιος 2012

Hellenic NEXUS: Σε κοινή επιστολή σας με τον Σταύρο Ξαρχάκο, στα τέλη Απριλίου, τονίζατε ότι οι εκλογές της 6ης Μαΐου έδιναν «τη μοναδική δυνατότητα στην Κοινωνία των Πολιτών να εξαφανίσει τους πολιτικούς πρωταίτιους της καταστροφής και να εξαναγκάσει την πολιτική τάξη να αλλάξει άρδην». Και πράγματι, οι πολίτες έστειλαν με την ψήφο τους ένα ηχηρό μήνυμα αλλαγής. Ωστόσο, καταλήξαμε τελικά χωρίς κυβέρνηση, να μιλάμε πάλι για εκλογές…

Γιώργος Κοντογιώργης: Επιβεβαιώνεται από τη διαχείριση της προεκλογικής περιόδου από τα κόμματα πως όχι μόνο δεν έχουν πρόθεση να αλλάξουν, να άρουν τα αίτια της καταστροφής μας, αλλά φανερώνουν πως ο μόνος αντίπαλος που έχουν να αντιμετωπίσουν και να χειραγωγήσουν είναι η ίδια η κοινωνία. Μέσα από τη μελέτη της συμπεριφοράς της κοινωνίας, προκύπτει πως αυτή στοχοποιούσε όλη την πολιτική τάξη, καθώς τη θεώρησε υπεύθυνη για την καταστροφή της ελληνικής Οικονομίας. Η κοινωνία αντέδρασε παραμερίζοντας τους άμεσους πρωταίτιους και διέχυσε την ψήφο της με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να εκμηδενίσει τις ηγεμονίες. Ήταν μια ψήφος αποπομπής της κομματοκρατίας.

Μετά τις εκλογές, οι πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να παρερμηνεύσουν το αποτέλεσμα και να παρακάμψουν τη βούληση της κοινωνίας ως προς τις πολιτικές που θα ακολουθηθούν. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέλαβε το αποτέλεσμα ως ψήφο υπέρ της ιδεολογικής του καθαρότητας και άρχισε να συμπεριφέρεται αμέσως ως ο νέος ηγεμόνας. Επεδίωξε το αδιέξοδο, προκειμένου στις επόμενες εκλογές να αποκτήσει την ηγεμονία της χώρας. Εκβίασε, τρόπον τινά, την κοινωνία, η οποία ήθελε τα κόμματα να βρουν λύση στη βάση της αιτίας της καταστροφής.

Τα κόμματα, ωστόσο, άφησαν κατά μέρος την εντολή της κοινωνίας να συνδιαλλαγούν  με γνώμονα την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, του κράτους και της νομοθεσίας και εντοπίζουν τις διαφορές τους εκεί που τα βολεύει, δηλαδή στο «υπέρ ή κατά του Μνημονίου», μεταθέτοντας το πρόβλημα της χώρας από τον εαυτό τους στην Ε.Ε. Υποστηρίζουν πως θα αλλάξουν το Μνημόνιο, τη στιγμή που αυτό εξακολουθεί να υφίσταται, επειδή το κράτος και το πολιτικό σύστημα αντιστρατεύονται το δημόσιο συμφέρον. Οι ίδιοι που δημιουργούν το Σύνταγμα κατά τη βολή τους είναι εκείνοι που το παραβιάζουν!

Η.Ν.: Πώς ακριβώς το εννοείτε αυτό;

Γ.Κ.: Είναι παραβίαση του Συντάγματος να μη συνεκτιμάται η λευκή ψήφος, η αποχή και το άκυρο, να καθορίζει το κόμμα τους υποψηφίους και όχι η ίδια η κοινωνία. Το εκλέγειν και εκλέγεσθαι ανατίθεται στα χέρια των πολιτών – όχι των κομμάτων. Παραβιάζουν το Σύνταγμα, για να χειραγωγήσουν την ψήφο της κοινωνίας. Και όταν έρχεται η στιγμή του απολογισμού, στρέφουν τα βέλη πάλι προς την κοινωνία, λέγοντας πως αυτή τους ψήφισε!

Άλλος παραλογισμός είναι πως, μετά την κάλπη, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, καθώς το Σύνταγμα που έχουν φτιάξει τους δίνει την ελευθερία να μη δεσμεύονται από κανέναν και επιπλέον να μην υπόκεινται στη Δικαιοσύνη. Έχουν δημιουργήσει τόσα πολλά αναχώματα προστασίας του εαυτού τους, που ούτε ο χειρότερος μαφιόζος δεν θα μπορούσε να διανοηθεί.

Μέσα από αυτή τη χειραγώγηση, ο ελληνικός λαός με την ψήφο του και την όλη συμπεριφορά του, έδωσε ένα στίγμα που προχωράει πιο μπροστά από το πολιτικό σύστημα και το θέτει εμπρός στο δίλημμα είτε να σοβαρευθεί και να ανασυγκροτηθεί είτε να καταρρεύσει. Και έρχονται εκ των υστέρων να της ξαναθέσουν τα γνωστά διλήμματα με σκοπό την ηγεμονία τους και όχι την έξοδο της χώρας από την κρίση. Για τον ίδιο λόγο μεταθέτουν το ελληνικό πρόβλημα από εσωτερικό εξωτερικό  πρόβλημα της Ελλάδας με την Ε.Ε.!

Η.Ν.: Ας πούμε ότι στις επόμενες εκλογές επιτυγχάνεται πράγματι μια γενική συναίνεση και δημιουργείται μια πολυσυλλεκτική κυβέρνηση. Εφόσον όλοι θεωρούνται συν­υπεύ­θυνοι για τη σημερινή μας κατάσταση, πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα πράγματα στην αντιμετώπιση του προβλήματος;

Γ.Κ.: Είναι απόλυτα συνυπεύθυνοι. Τα μνημονιακά κόμματα κατέστρεψαν τη χώρα. Τα αντι-μνημονιακά συμμετείχαν σ’αυτό. Και πάντως συμφωνούν όλοι να αποφύγουν να αγγίξουν τα προνόμιά τους και το δυναστικό χαρακτήρα του κράτους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ΣΥΡΙΖΑ και τη στάση του εντός των πανεπιστημίων. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα μείγμα Παλαιομαρξισμού του 19ου αιώνα, μαζί με στοιχεία της Διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη του ΠΑΣΟΚ, και λεηλατικής αντίληψης της πολιτικής πράξης, το οποίο αναπόφευκτα θα μας μεταφέρει στην εποχή των σπηλαίων. Είναι δυνατόν, σήμερα, η συζήτηση να γίνεται όχι με ορίζοντα την κοινωνία των πολιτών, αλλά με βάση το ερώτημα αν την ιδιοκτησία θα την κατέχει το κράτος ή ο ιδιώτης; O ΣΥΡΙΖΑ ευνόησε και ευνοεί τις πολιτικές που θέλουν τη χώρα να γίνει χωματερή του παγκόσμιου καπιταλισμού; Πολλές ψήφοι υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ προέρχονται από το κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, που μέχρι χτες λυμαινόταν το ίδιο το Κράτος.

Περί ΣΥΡΙΖΑ

Η.Ν.: Πού αποδίδετε εσείς την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ;

Γ.Κ.: Εκεί κατέφυγαν πολλοί από αυτούς που θέλουν να συνεχίσουν να λυμαίνονται το κράτος. Δεν υπάρχει ούτε μία λέξη στο πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που να αναφέρεται στην ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, της δημόσιας διοίκησης ή της νομοθεσίας που οικοδομεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Καμία κουβέντα για την κάθαρση του παρελθόντος, ούτε για τη φοροδιαφυγή που ανάγεται στο παρελθόν, εκεί που υπάρχει δηλαδή το άφθονο και «ένοχο» χρήμα.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική «αρνητική» δύναμη εντός Ε.Ε. λόγω της συστημικής απειλής που αποτελεί, αλλά και «θετική» δύναμη, στο μέτρο που η ελληνική κοινωνία με την ψήφο της έθεσε σε πολιτικό επίπεδο το συμφέρον των κοινωνιών έναντι αυτού των αγορών. Για να διαπραγματευθεί όμως με την Ε.Ε. μια ελληνική κυβέρνηση, πρέπει να έχει πρόγραμμα, στρατηγική, αλλά και καθαρό πρόσωπο, και όχι να δίνει την εντύπωση πως θέλει να καλύψει τις δικές της αδυναμίες. Για να εγείρει αξιώσεις έναντι της Ευρώπης η Ελλάδα, πρέπει το ίδιο το κομματικό σύστημα να δείξει πως είναι διατεθειμένο να αλλάξει. Για την ώρα δηλώνουν με την συμπεριφορά τους οι κομματικοί νομείς του ότι δεν τους νοιάζει αν καταστραφεί η χώρα, φτάνει να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους και τα οφέλη ενός διεφθαρμένου και σπάταλου κράτους.

Η.Ν.: Εδώ, όμως, τίθεται ένα μάλλον λογικό ερώτημα: Αν καταστραφεί η χώρα, τι θα τους μείνει για να κυβερνήσουν;

Γ.Κ.: Η ιδιοτέλεια συμβαδίζει με την αλλοτρίωση. Ο πολίτης που θέλει να προσφέρει, κρίνεται με γνώμονα το ερώτημα αν αποτελεί απειλή γι’ αυτούς ή όχι. Είναι υποπροϊόν του κομματικού σωλήνα για να τον έχουν στο χέρι ή είναι κάποιος ανεξάρτητος;

Νομίζουν πως θα ξεπεράσουμε την κρίση, ανεξαρτήτως κόστους για την κοινωνία, την οικονομία, τη χώρα, και πως, στο τέλος, αυτοί θα διατηρήσουν τα κεκτημένα τους. Η ίδια η Τρόικα τους σπρώχνει να πάρουν μέτρα για τη φοροδιαφυγή και το κράτος, αλλά αρνούνται να θίξουν τις παρέες τους, τα συμφέροντα τους και τους πελάτες τους, με τους οποίους συνεργάζονται για να λυμαίνονται το κράτος.

Αν δεν τα βρήκαν τα κόμματα μεταξύ τους δεν είναι λόγω των προγραμματικών διαφορών τους. Αντι-μνημονιακά και μνημονιακά κόμματα δεν διαφέρουν – εκτός ίσως εν μέρει του ΚΚΕ. Η προσωπική φιλοδοξία δεν αθροίζεται.

Η.Ν.: Πώς ορίζετε εσείς μια σωστή διαπραγματευτική τακτική;

Γ.Κ.: Θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από το εσωτερικό μας πρόβλημα, λαμβάνοντας μέτρα ολικής ανασυγκρότησης του πολιτικού συστήματος, του κράτους και της νομοθεσίας. Αν το είχαμε κάνει αυτό, θα ήμασταν σε θέση να αντλούμε πόρους χωρίς να μειώνουμε μισθούς και συντάξεις. Εάν είχε γίνει αυτό, θα μπορούσε η κυβέρνηση να πάει στην Ε.Ε. και να πει πως έχει επιτελέσει το καθήκον της και ότι τώρα δικαιούται να διαπραγματευθεί τις πολιτικές της έναντι της χώρας. Αποκαθίσταται έτσι και η κοινωνική αδικία μέσω της αναδρομικής φορολόγησης των φοροφυγάδων, που δεν είναι μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις αλλά ο μέσος Έλληνας.

Εάν δεν δημιουργηθεί ένα σταθερό περιβάλλον νομοθεσίας, διοίκησης και ασφάλειας, κανένας δεν θα επενδύσει στη χώρα. Με το παρόν περιβάλλον, είμαστε ένας διαρκής, συστημικός κίνδυνος για τον εαυτό μας, αλλά και για την Ε.Ε. Ό,τι και να μας δώσουν ή δεν θα επενδυθεί παραγωγικά ή θα το καταπιούν οι «ακρίδες» όπως μέχρι τώρα.

Η καταχρέωση της χώρας ήταν αποτέλεσμα λεηλασίας και  κατασπατάλησης του δημοσίου πλούτου υπέρ των ομάδων συμφερόντων γύρω από το κομματικό σύστημα. Η ελληνική κοινωνία είναι από τις λιγότερο υπερχρεωμένες στην Ε.Ε.

Παρόλ’αυτά, η υποταγή της χώρας στην τρόικα το 2009 θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, καθώς ένα 5μηνο οι αγορές μάς έδιναν περιθώριο να λάβουμε μέτρα για να περιορίσουμε τη λεηλασία και τη σπατάλη.

Κυβέρνηση «ολιγαρχικών συμμοριών»…

Η.Ν.: Πόσο εύκολο είναι, λοιπόν, εφόσον το όλο σύστημα είναι διαβρωμένο, να ληφθούν μεμονωμένα μέτρα που να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα;

Γ.Κ.: Το ζήτημα ήταν να μην μας ρίξουν βορά στη διεθνή των αγορών. Θυμηθείτε ότι αρχικά το ελληνικό πρόβλημα εμφανίσθηκε ως πρόβλημα δανεισμού. Επειδή δεν ελήφθησαν μέτρα έγινε πρόβλημα χρέους, και μετά ανταγωνιστικότητας. Αν ήταν πρόβλημα χρέους και είχαν παρθεί μέτρα περιορισμού του, τότε δεν θα χρειαζόταν το κούρεμα. Το κούρεμα έγινε επειδή το μνημόνιο δεν απέβλεπε στον περιορισμό του χρέους αλλά στην εξαθλίωση της κοινωνίας και στην αποδόμηση του οικονομικού ιστού της χώρας!

Μας λένε πως οι Έλληνες ζούσαν πέραν των δυνατοτήτων τους. Δεν ισχύει αυτό. Αντιθέτως, ζούσαν κάτω από τις δυνατότητές τους, αφού ένα σημαντικό κομμάτι του πλούτου το λυμαίνονταν οι συγκατανευσιφάγοι της κομματοκρατίας. Και αν συνυπολογίσουμε πως το ελληνικό επιχειρείν περνούσε από τις συμπληγάδες της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς τότε ίσως πρέπει να του απονεμηθεί και έπαινος!

Η νομοθεσία δομείται με γνώμονα τη διαπλοκή και τη διαφθορά, όπως και οι πολιτικές του κράτους. Γι’αυτό και δεν υπάρχει πολιτική χωροταξίας. Ρίχνουν έναν οποιονδήποτε νόμο π.χ. περί δασικών εκτάσεων, και κρατούν σε ομηρία όλη την κοινωνία. Στην πολεοδομία και παντού αντί να διαμορφώνονται γενικές πολιτικές και στο πλαίσιο αυτό να διευκολύνεται η επένδυση και να παρακολουθείται στη συνέχεια η συμπεριφορά της, γίνεται το αντίθετο. Πρόκειται για επάλληλα στρώματα ολιγαρχικών συμμοριών που δομούν το κράτος και ενορχηστρώνονται από την πολιτική τάξη. Τα πεπραγμένα της βουλής επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή!

Η.Ν.: Σε αυτό που λέτε, κάποιοι θα σπεύσουν να απαντήσουν ότι η κατηγορία ισχύει για μια μειοψηφία βουλευτών, ενώ η μεγαλύτερη μερίδα κατηγορείται άδικα…

Γ.Κ.: Δεν ψήφισαν όλοι το νόμο περί της βουλευτικής ασυλίας; Η Βουλή δεν εμποδίζει την μη παραπομπή των υποθέσεων διαφθοράς στη δικαιοσύνη; Άρα, λοιπόν, οι μισοί θα έπρεπε να είναι στη φυλακή για διαφθορά και οι άλλοι μισοί για συνέργεια.

Μπορεί να ξεχαστεί η υπόθεση της Siemens; Μπορεί να ξεχαστεί η επίσκεψη του Ανατολικογερμανού Χόνεκερ, κατά την οποία αποφασίστηκε ένα 5% των συναλλαγών με τη συγκεκριμένη χώρα να καταλήγει στα ελληνικά κόμματα; Είναι ομολογημένο πως μετέθεσαν το ελληνικό πρόβλημα για επίλυση στην Ε.Ε. ώστε να μην αγγίξουν τα προνόμιά τους. Μιλάνε συνεχώς για ανταγωνιστικότητα, για να την ξορκίσουν, αφού γνωρίζουν ότι σε τέτοιο πολιτικό και κρατικό περιβάλλον δεν μπορεί να υπάρξει!

Πριν από τη 17η Ιουνίου

Η.Ν.: Για πολλούς, το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου είναι«ευρώ ή δραχμή». Ποια είναι η δική σας άποψη;

Γ.Κ.: «Ακυβερνησία ή όχι», «δικομματισμός ή αναρχία», «Μνημόνιο ή όχι», «ευρώ ή δραχμή» – όλα τα διλήμματα είναι παραπλανητικά και ψευδή, γιατί δεν αγγίζουν τη ρίζα του προβλήματος. Το δίλημμα χρησιμοποιείται για να αποκρύψει το πραγματικό αίτιο που μας οδηγεί στην καταστροφή. Η κοινωνία σοφά θα πράξει εάν δεν δώσει σε κανένα κόμμα διέξοδο ηγεμονίας, καθώς απαίτησε τη συνεργασία όλων των κομμάτων για να σωθεί μια χώρα που βουλιάζει…και αντιπαρήλθαν την βούλησή της.

Η.Ν.: Διαφαίνεται, όμως, και μια ενορχηστρωμένη επικοινωνιακή επίθεση εναντίον των κομμάτων που εξασφάλισαν απρο­σδόκητα υψηλό ποσοστό ή νεο-εμφανισθέντων κινημάτων – προς τους Ανεξάρτητους Έλληνες με την ιστορία με το fax προς τον Κάρολο Παπούλια, προς τη Χρυσή Αυγή με την ξαφνική υπερέκθεση των μελών της και με αφιερώματα στον νεο-ναζισμό, προς τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα με μια συνεχή αμφισβήτηση των ικανοτήτων του… Συμφωνείτε;

Γ.Κ.: Όντως… Διαφωνούν απλώς στο πρόσωπο που θα ηγεμονεύσει. Γι’ αυτό κονταροχτυπιούνται, και όχι στη βάση δήθεν αγε­φύρωτων διαφορών. Ο καθένας μάς κοροϊδεύει με τον τρόπο του.

Όταν διαπραγματεύεσαι δεν κοιτάς μόνο τον εαυτό σου, αλλά και την απέναντι πλευρά. Γι’ αυτό πιστεύω πως, με αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα διαπραγματεύεται σαν επαίτης… Υπήρξα για πολλά χρόνια μέλος ευρωπαϊκών θεσμών, έχω βρεθεί σε τέτοιες καταστάσεις. Σημασία στην ευρωπαϊκή πολιτική έχει να δημιουργείς πολιτικό κενό και να το καλύπτεις. Για να το πετύχεις όμως πρέπει να έχεις καθαρό πρόσωπο, στρατηγική και την κοινωνία παραστάτη. Η ανάσα της κοινωνίας φοβίζει την Ευρώπη, όχι τα περιδεή ή αναχρονιστικά κόμματα. Στην Ελλάδα δεν θέλουν να συζητήσουν αυτά τα ζητήματα, οπότε μέχρι το τέλος του χρόνου θα καταρρεύσουν. Είτε θα μας συμπαρασύρουν, είτε θα προκύψει κάτι καινούργιο.

Η.Ν.: Τι ακριβώς εννοείτε λέγοντας «κάτι καινούργιο» και πόσες πιθανότητες δίνετε να συμβεί κάτι τέτοιο;

Γ.Κ.: Τώρα δεν θα γίνει τίποτα. Αυτά θα προκύψουν από τις εκλογές του Ιουνίου και μετά και θα είναι καταρρακτώδεις οι εξελίξεις που θα ακολουθήσουν. Το γνωρίζουν καλά, γι’ αυτό και επανέφεραν στη συζήτηση την απλή αναλογική, η οποία προσθέτει αδιέξοδα, λειτουργεί αυτοκτονικά διότι ενισχύει τις κομματικές αυτονομίες, σε σχέση με τη βούληση της κοινωνίας. Σε ένα τέτοιο εκλογικό σύστημα, τα κόμματα αναπτύσσονται στο παρασκήνιο για να αντιπαρέλθουν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Η.Ν.: Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου ήταν, κατά τη γνώμη σας, σε ακολουθία με την κοινωνία;

Γ.Κ.: Πιστεύω πως ήταν μια ψήφος με σαφές μήνυμα αποδοκιμασίας του συνόλου του κομματικού συστήματος. Δεν ήταν ιδεολογική ψήφος· δεν υπάρχουν πια ιδεολογίες, αλλά προσωπικές αντιπαραθέσεις, διανθισμένες με αρνητικές ή θετικές στάσεις υπέρ κάποιων θεμάτων…

Στρατηγικό σχέδιο αποδυνάμωσης του Ελληνισμού;

Η.Ν.: Στο βιβλίο σας «Κομματοκρατία και Δυναστικό Κράτος» γράφετε πως, από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα και εξής, τα απολυταρχικά καθεστώτα ουσιαστικά απαγόρευσαν στον Έλληνα πολίτη να πολιτεύεται ελεύθερα. Και αυτό σήμανε την αρχή για τη σταδιακή αλλοίωση της ελληνικής κοινωνίας…

Γ.Κ.: Το ελληνικό κράτος φέρνει μαζί του τριών ειδών δουλείες: Κατά την πρώτη, το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε στο περιθώριο του εθνικού κορμού. Το έθνος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, σε άλλες ζωτικές του περιοχές, διέθετε μια ηγετική θέση στο περιβάλλον τριών αυτοκρατοριών.

Η δεύτερη δουλεία προέκυψε επειδή υιοθετήσαμε ως πρότυπο την απολυταρχία της Δυτικής Ευρώπης. Ουσιαστικά καταργήσαμε το θεσμικό υπόβαθρο του Ελληνισμού, δηλαδή τον Δήμο, την Δημοκρατία μέσα από τα κοινά. Αντί το σύστημα των κοινών να εγκατασταθεί στη νέα κοινωνική ολότητα, στο κράτος έθνος, το κατήργησαν ολοσχερώς. Οπότε, η μεν κοινωνία από δήμος έγινε ιδιώτης το δε πολιτικό σύστημα το ενσάρκωσε το κράτος. Έτσι, αποδομήθηκε η κοινωνική συλλογικότητα και το πολιτικό προσωπικό προσανατόλισε τις πολιτικές του με γνώμονα την προσωπική σχέση του πολιτικού με τον πολίτη.

Η τρίτη δουλεία προέκυψε από το ότι αυτό το νεοελληνικό κρατίδιο εξαρτήθηκε θεσμικά από τρίτες δυνάμεις, οι οποίες είχαν συμφέρον να εξαφανιστεί ο ισχυρός Ελληνισμός, για να μπορούν πλέον να αναλάβουν οι ίδιοι τον ρόλο του στην περιοχή. Μιλάμε για μια ευρύτατη περιοχή, που περιελάμβανε τα τμήματα της Οθωμανικής, της Ρωσικής και της Αυστρο-ουγγρικής Αυτοκρατορίας. Το κράτος αυτό έχοντας αποκοπεί από τον κορμό του έθνους, δεν επιθυμούσε την ολοκλήρωσή του. Αν πετυχαίναμε την εθνική ολοκλήρωση, δηλαδή αυτό που περιέγραφε η λεγόμενη Μεγάλη Ιδέα, τότε οι ηγέτες αυτού του κράτους θα γίνονταν πρόεδροι κοινοτήτων.

Θα ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα από το βιβλίο μου. Το 1897 η ηγεσία του κράτους ξεκίνησε έναν πόλεμο για την απελευθέρωση των αδελφών Ελλήνων, με 14.000 στρατιώτες που ήταν ρακένδυτοι, ξυπόλητοι και ανεκπαίδευτοι, εναντίον μιας Αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος αυτός έγινε μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί το δημόσιο αίσθημα.

Είχαν δε τόση μεγάλη βεβαιότητα πως θα τους σταματούσαν εν τέλει οι Μεγάλες Δυνάμεις, που ο Βασιλιάς έβαλε τον εντελώς άσχετο με τον πόλεμο γιο του ως επικεφαλής του Στρατού. Οι Μεγάλες Δυνάμεις από την πλευρά τους, τους άφησαν να εκτεθούν με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουμε να ξαναχάσουμε την ελευθερία μας. Δεν ήθελαν με τίποτα την εθνική μας ολοκλήρωση. Το ίδιο ισχύει και στις επόμενες περιόδους.

Η.Ν.: Λέτε ότι όλα αυτά έγιναν προκειμένου να αποκτήσουν οι ξένες δυνάμεις τον έλεγχο στην περιοχή. Αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα; Όλα όσα μας συμβαίνουν γίνονται βάσει ενός τέτοιου σχεδίου;

Γ.Κ.: Οι Δυνάμεις τη δουλειά τους κάνουν. Οι αλλεπάλληλοι δανεισμοί, οι χρεωκοπίες, η ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση είναι εσωτερικά εγγενή προβλήματα.

Η βάση του προβλήματος έγκειται στην αναντιστοιχία του κράτους με την κοινωνία. Ένα κράτος που είναι πολιτικά «τριτοκοσμικό», ακυρώνει την κοινωνική συλλογικότητα και τις δημόσιες πολιτικές  Τούτο είναι ιδιαίτερα εμφανές στη δυσκολία των αριστερών κομμάτων να δεχτούν υπεύθυνο θεσμικό ρόλο της κοινωνίας μέσα στο πολιτικό σύστημα, πέρα από αυτόν του καθοδηγητή που στρατεύει τις μάζες.

Για να λειτουργήσει η συλλογικότητα μιας κοινωνίας όπως η ελληνική που έχει ιστορικά εθισθεί στην πολιτική ατομικότητα, πρέπει να υπάρξει Δήμος, δηλαδή να αποκτήσει θεσμική βάση. Όταν καταργείται η έννοια του Δήμου, τι άλλο να κάνει ο πολίτης, παρά να τρέξει στον πολιτικό για να του εκθέσει το πρόβλημά του. Ο πολιτικός, έτσι, απο-συλλογικοποιεί την κοινωνία, και αντιμετωπίζει τον κάθε πολίτη χωριστά. Δηλαδή ικανοποιεί τις ατομικές ανάγκες του κάθε πολίτη που έρχεται σε αυτόν και απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από το δημόσιο συμφέρον. Καταργώντας τον Δήμο, παίρνει όλη την εξουσία το κράτος, και ο πολιτικός που το ελέγχει κάθε φορά μένει μόνος του στο πολιτικό σύστημα. Γι’ αυτό και έχουμε την κομματοκρατία, που ενδιαφέρεται για τη διαιώνιση των συμφερόντων της και μόνο.

Ο ρόλος της Κοινωνίας των Πολιτών

Η.Ν.: Στην πράξη τι σημαίνει αυτό για τους πολίτες;  Ήδη, με την ψήφο τους, «τιμώρησαν» τα μεγάλα κόμματα. Πώς μπορεί τώρα η Κοινωνία των Πολιτών να κάνει πιο αισθητή την παρουσία της;

Γ.Κ.: Ο πόλεμος των εννοιών είναι ο πιο δύσκολος από όλους, γιατί πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως αυτό που πιστεύουμε σήμερα έχει τελειώσει και δεν είναι και αληθινό.

Η Κοινωνία στο παρελθόν συναντιόταν με την πολιτική στους δρόμους. Ήμουν σοσιαλιστής ψήφιζα ένα σοσιαλιστικό κόμμα. Ήμουν φιλελεύθερος ψήφιζα κάποιο φιλελεύθερο κόμμα. Αυτή η απλή εξίσωση ίσχυε μέχρι και τη δεκαετία του ’80, γιατί όλα γίνονταν βασικά εντός του κράτους. Η Κοινωνία της Εργασίας και η Κοινωνία της Οικονομίας μπορούσαν μέχρι τότε να βρουν συμβιβασμούς εντός των κρατικών πλαισίων. Μετά, όμως, ανατράπηκε η ισορροπία Κράτους, Κοινωνίας και Αγορών. Οι Αγορές πλέον δεν είναι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά κυρίαρχες, διότι αυτονομήθηκαν από το κράτος.

Ο πλούτος του Δυτικού Κόσμου εξακολουθεί να υπάρχει μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το εμπόριο. Ο πλούτος, όμως, που επενεισέρχεται στον Δυτικό Κόσμο δεν παράγει θέσεις εργασίας. Εξού και οι διαρκώς αυξανόμενες ανισότητες στην κατανομή εισοδήματος. Η κοινωνία της εργασία περιέρχεται σε πολιτική αδυναμία και μετατρέπεται η ίδια σε εμπόρευμα που πουλιέται όσο-όσο, όπως ένα οποιοδήποτε προϊόν.

Η ίδια η διεθνοποίηση της σύγχρονης Οικονομίας, της επέτρεψε να μεταφέρει το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργεί στις χώρες της περιφέρειας στις πλούσιες χώρες – π.χ. με την οικονομική μετανάστευση. Αυτό δημιουργεί μια σειρά εκπτώσεων των διαφόρων δικαιωμάτων της Κοινωνίας που ενισχύει την εντύπωση πως οι Αγορές είναι παντοδύναμες. Είναι λάθος αυτό. Η παντοδυναμία των αγορών οφείλεται στον εγκιβωτισμό της κοινωνίας στον ιδιωτικό χώρο, εκτός πολιτικού συστήματος.

Η.Ν.: Πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να ξανα-ενεργοποιηθεί πολιτικά η Κοινωνία;

Γ.Κ.: Υποθέστε πως αντί για το παρόν, μη αντιπροσωπευτικό, πολιτικό σύστημα, έχουμε κάποιο άλλο, που θα λάβει την Κοινωνία πιο πολύ υπ’ όψιν του. Αυτό γίνεται, αν ανιχνεύουμε δημοσκοπικά τη βούληση της Κοινωνίας για ένα ολοένα και ευρύτερο φάσμα ζητημάτων. Να γίνει υποχρεωτική η ανίχνευση της βούλησης της Κοινωνίας μέσω ενός θεσμού, βάσει του οποίου η Κοινωνία θα μπορεί να υποδεικνύει τη βούλησή της στο πολιτικό προσωπικό.

Η κρίση είναι βαθιά πολιτική. Αντί να διαδηλώνουμε εναντίον των εξαρτημένων από τις Αγορές πολιτικών, καλύτερα να απαιτήσουμε ως Κοινωνία να συμμετάσχουμε στη λήψη των αποφάσεων, ώστε να μην είναι δυνατόν να λαμβάνονται αποφάσεις εναντίον μας. Το επιχείρημα πως οι Κοινωνίες δεν είναι σε θέση να αποφασίζουν για τα κοινά είναι μια ιδεολογική υποσημείωση των ολιγαρχικών πρακτικών που κρατούν μακριά το πολιτικό σύστημα από την Κοινωνία.

Αν δείτε τις δημοσκοπήσεις, θα διαπιστώσετε πως η Κοινωνία σκέφτεται σοφότερα από όσο πιστεύουμε. Μία μορφή δημοσκόπησης είναι η αρνητική ή καταφατική ψήφος επί κάποιου θέματος. Μία άλλη λύση είναι η διαδικτυακή, που θα απευθύνεται πιο άμεσα στην εξουσία. Την πολιτειακή θέση της κοινωνίας είχε προβλέψει το Σύνταγμα του Ρήγα Φεραίου, στο τέλος του 18ου αιώνα! Δεν το διαβάζουμε σήμερα, γιατί δεν πολυσυμφέρει. Η Βουλή, κατά τον Ρήγα, έχει αυστηρά νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα και η Κοινωνία είναι ο νομοθέτης!

Η.Ν.: Πόσο ρεαλιστική θεωρείτε την πρόταση περί ριζικής ανα­διαπραγμάτευσης του Μνημονίου, με την Ελλάδα να συνεχίζει κανονικά ως μέλος της ευρωζώνης;

Γ.Κ.: Χωρίς την απαραίτητη ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, κανένα κόμμα δεν θα μπορέσει να πετύχει κάτι στην Ε.Ε., που να ωφελήσει εν τέλει την ελληνική κοινωνία. Ας υποθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ φέρνει κονδύλια για την ανάπτυξη (τα οποία, φυσικά, θα έρθουν ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως κυβέρνησης). Είτε θα έρθουν τα κονδύλια και δεν θα απορροφηθούν, όπως συμβαίνει τώρα με το ΕΣΠΑ, είτε θα απορροφηθούν και θα καταλήξουν στις τσέπες των ημετέρων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να μπει απλά στη θέση των παλαιότερων χαλίφηδων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Στο πρόγραμμά του λέει πως θα παλέψει ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό και θα κρατικοποιήσει μια σειρά επιχειρήσεων. Ακόμη και ο πολιτικός λόγος του κου Τσίπρα μιμείται εκείνον του πρωταίτιου της κρίσης, Ανδρέα Παπανδρέου. Και αυτό δείχνει πως μας προε­τοιμάζει για μια ανάλογη περιπέτεια.  Στην αρχή πήγαινε για κατάργηση του Μνημονίου, τώρα για αναδιαπραγμάτευση. Αν αυτή δεν είναι επιτυχής, τι θα γίνει;

Η.Ν.: Πώς μπορεί η Κοινωνία να λειτουργήσει ουσιαστικά ως νομοθέτης στο Κράτος;

Γ.Κ.: Η απάντηση έχει σχέση με την αντίδραση μου, όταν είδα πως το Κίνημα των Αγανακτισμένων πήγαινε να μετατραπεί σε μια βραχονησίδα στον Ατλαντικό. Νόμιζαν πως παρήγαγαν Δημοκρατία, ενώ έπρεπε να συνάψουν αναγκαστικό γάμο με όσους ήταν εντός Βουλής.

Η διαδήλωση, η εκτόνωση και η επιστροφή στο σπίτι κάνει ευτυχισμένους τους κυβερνώντες. Πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος συμπαγούς παρουσίας. Να δημιουργήσουν μια δημο-αλυσίδα, να περικυκλώσουν τη Βουλή, ώστε να απονομιμοποιηθεί κάθε προσπάθεια καταστροφής του εγχειρήματος από κουκουλοφόρο ή αστυνομικό. Να παραμείνουν εκεί μέχρις ότου ψηφίσουν νόμους που θα τους υπαγορεύσει η κοινωνία των πολιτών. Η Κοινωνία πρέπει να δράσει διαφορετικά, για να αναγκάσει το πολιτικό σύστημα να αλλάξει προς μια κατεύθυνση, χωρίς να αναπαράξει τον παλιό του εαυτό. Δεν νοείται πια να την αγνοούν. Ο λόγος ύπαρξης της Πολιτικής και των Αγορών είναι η Κοινωνία. Γιατί αυτή να μην έχει λόγο; Εάν δεν συμβεί αυτό, την αλλαγή θα την φέρει η απελπισία της εξέγερσης, η δραπέτευση της ελληνικής κοινωνίας από το δυναστικό της κράτος ή οι ξένοι. Μας χρειάζεται επειγόντως ένα Μνημόνιο εναντίον του Κράτους, και όχι εναντίον της Κοινωνίας!

Advertisements

3 thoughts on “Ας πούμε επιτέλους αυτή την λέξη…..

  1. Δεν μπορώ να καταλάβω τι φοβάται ο Κοντογιώργης και δεν προτείνει δημοψηφίσματα πυροδοτούμενα απ’ τους πολίτες. Αντ’ αυτού προτείνει δημοσκοπήσεις!!

    Ίσως πιστεύει ότι υπάρχει πιθανότητα η πρότασή του να γίνει αποδεκτή απ’ τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Και μάλλον δεν έχει άδικο γιατί:

    1ον στις δημοσκοπήσεις οι πολίτες απαντούν χωρίς να το πολυσκεφτούν και μάλλον αυθόρμητα. Συνεπώς είναι εύκολα χειραγωγήσιμο το αποτέλεσμα μέσω των μέσων μαζικής εξημέρωσης.

    2ον λαμβάνεται υπόψιν και η άποψη των αδιάφορων και απολίτικων ψηφοφόρων που σε ένα δημοψήφισμα απλά δεν θα συμμετείχαν γιατί έχουν πιο σοβαρά πράγματα να κάνουν.

    3ον τα ερωτήματα και τα ζητήματα στις δημοσκοπήσεις θα τα θέτουν οι πολιτικές ελίτ και όχι οι πολίτες.

    Κύριε Κοντογιώργη δυστυχώς ή εσείς είστε πολύ πίσω ή εμείς πολύ μπροστά.

  2. Το «δημοσκοπικά» του Κοντογιώργη το ερμηνεύεις αυστηρά, κατά λέξη και εύλογα έχεις τις αντιρρήσεις σου. Η δική μου αίσθηση είναι ότι αυτό το οποίο περιγράφει είναι περισσότερο κοντά στα δημοψηφίσματα και λιγότερο στις δημοσκοπήσεις. Μιλά για «υποχρεωτική ανίχνευση» και «θεσμό» και αυτό με οδηγεί να το ερμηνεύσω ως δημοψήφισμα. Μπορεί όμως και να κάνω λάθος (ως γνωστό, ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται).
    Μπορούμε όμως να τον ρωτήσουμε και αυτό σκοπεύω να κάνω.
    Νέα από τον κ. Κοντογιώργη σύντομα (ελπίζω).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s