Αυτό ΔΕΝ είναι δημοψήφισμα

Πριν περίπου ένα μήνα διεξήχθη στην Ρουμανία λαϊκή ψηφοφορία  σχετικά με την αποπομπή του προέδρου της χώρας Τραϊάν Μπασέσκου. Δύο είναι τα σημεία στα οποία πιστεύω ότι πρέπει να εστιάσουμε όσο αφορά την συγκεκριμένη ψηφοφορία. Το πρώτο είναι ότι την ψηφοφορία προκάλεσε η κεντροαριστερή κυβέρνηση και όχι οι πολίτες και το δεύτερο είναι ότι τελικά αυτή ακυρώθηκε λόγω μικρής (46,13% !) συμμετοχής.

Το δημοψήφισμα είναι ο σπουδαιότερος θεσμός της άμεσης δημοκρατίας εφόσον επιτρέπει στους πολίτες να αποφανθούν άμεσα για οποιοδήποτε θέμα αυτοί θεωρούν σημαντικό. Ως εκ τούτου ο μόνος ο οποίος δικαιούται να καλεί δημοψήφισμα είναι οι πολίτες και όχι ο πολιτικός κόσμος. Στην ξένη βιβλιογραφία υπάρχει ξεκάθαρα η διάκριση μεταξύ του referendum, δηλαδή του δημοψηφίσματος που καλούν οι πολίτες μέσω της συλλογής υπογραφών, και του plebiscite, δηλαδή της λαϊκής ψηφοφορίας που καλείται από το κυβερνών κόμμα ή άλλο πολιτικό σχηματισμό. Τέτοιου είδους ψηφοφορίες που καλούνται από “επάνω προς τα κάτω” αποσκοπούν στο να εξυπηρετήσουν τα πολιτικά συμφέροντα ατόμων ή κομμάτων και δεν έχουν καμιά σχέση με την άμεση δημοκρατία.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας κατέδειξε επίσης την λανθασμένη και αντιδημοκρατική επιλογή της ύπαρξης ελάχιστου ορίου συμμετοχής προκειμένου η ψηφοφορία να θεωρηθεί έγκυρη. Η προσέλευση ήταν ιδιαίτερα υψηλή για ψηφοφορία (46,13%) και το αποτέλεσμα της (87,55% υπέρ της αποπομπής του προέδρου) έδειξε την έντονη δυσαρέσκεια κατά του προέδρου. Η προτροπή του τελευταίου προς τον Ρουμανικό λαό να μποϋκοτάρει το δημοψήφισμα απέχοντας, εκτός του ότι καταδεικνύει το προσωπικό του, πολιτικό και ηθικό έλλειμμα, αποδεικνύει επίσης – μέσω του αποτελέσματος της κήρυξης της ψηφοφορίας ως άκυρης –  το παράλογο και λανθασμένο της υιοθέτησης ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής προκειμένου μια λαϊκή ψηφοφορία να θεωρηθεί έγκυρη. Η λανθασμένη παραδοχή ότι όσοι δεν ψηφίζουν είναι εκ προοιμίου κατά της πρότασης χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για να δικαιολογήσει τέτοιου είδους  πρακτικές. Ας δούμε δύο αποσπάσματα από το βιβλίο των Verhulst και Nijeboer  (  http://www.democracy-international.org/book-direct-democracy.html) τα οποία αναφέρονται ακριβώς σε αυτό το σημείο.

Η αρχή της εξουσιοδότησης

Η συνεχής ομοφωνία είναι αδύνατον να επιτευχθεί σε μια δημοκρατία. Αυτός είναι ο λόγος που η αρχή της πλειοψηφίας αποτελεί μέρος του δημοκρατικού “αρχετύπου”. Αλλά υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα. Η καθολική συμμετοχή σε μια δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι επίσης αδύνατον να επιτευχθεί. Θα υπάρχουν πάντα μέλη της κοινότητας τα οποία δεν επιθυμούν να πάρουν μέρος στην λήψη αποφάσεων σχετικά με συγκεκριμένα θέματα. Και αυτό γιατί δεν έχουν τον χρόνο, ή γιατί θεωρούν ότι δεν έχουν επαρκείς γνώσεις για κάποιο θέμα, ή γιατί έχουν άλλους λόγους για αυτό. Έτσι εκτός της αρχής της πλειοψηφίας, υιοθετείται και η αρχή της εξουσιοδότησης, αυτοί οι οποίοι δεν συμμετέχουν σε μια λαϊκή συνέλευση θεωρούμε ότι δίνουν ένα είδος εξουσιοδότησης σε αυτούς που συμμετέχουν.

Η αρχή της εξουσιοδότησης δεν μπορεί να αποφευχθεί μέσω της υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή υποχρεωτικής συμμετοχής (αντίθετα, η υποχρεωτική συμμετοχή είναι ανεπιθύμητη). Ακόμα και αν η συμμετοχή όλων των μελών μιας κοινότητας στις λαϊκές συνελεύσεις επιβάλλεται από νόμο, μια ρύθμιση είναι απαραίτητη για αυτούς οι οποίοι δεν θα δεχτούν αυτή τους την υποχρέωση. Οι αποφάσεις της λαϊκής συνέλευσης θα είναι το ίδιο δεσμευτικές και για τους απόντες.

Έτσι η αρχή της εξουσιοδότησης δεν έχει κάποια σχέση με τις διαφορές μεταξύ της λήψης αποφάσεων μέσω αντιπροσώπων και της  λήψης αποφάσεων με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Η αρχή της εξουσιοδότησης είναι άμεση συνέπεια τους γεγονότος ότι, εξ’ ορισμού, οι νόμοι εφαρμόζονται για το κάθε μέλος μιας κοινότητας. Με άλλα λόγια, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ένα νόμος αφορά και εμένα προσωπικά χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι δεν συμμετείχα στην δημιουργία του νόμου. Παραιτούμενος από την συμμετοχή μου στην διαδικασία λήψης μιας απόφασης ή ενός νόμου, θεωρείται αυτόματα, ότι έχω εξουσιοδοτήσει αυτούς οι οποίοι συμμετείχαν και αποφάσισαν. Χωρίς αυτή την αρχή, θα είχε ο καθένας την διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την ισχύ όποιων νόμων δεν επιθυμεί.

Έτσι, και μέσα από μια τυπική οπτική γωνία, σε κάθε αμεσοδημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων μέσω μιας λαϊκής συνέλευσης πρέπει πάντα να παρθούν δύο αποφάσεις : πρώτον μια απόφαση εξουσιοδότησης, δηλαδή ο κάθε πολίτης αποφασίζει αν θα λάβει μέρος προσωπικά στο “κοινοβούλιο ειδικού σκοπού” το οποίο θα λάβει την απόφαση ή αν θα εξουσιοδοτήσει τους συμπολίτες του για κάτι τέτοιο και δεύτερον, η λαϊκή συνέλευση αποφασίζει σχετικά με το θέμα το οποίο συζητείται.”

Και στην συνέχεια :

Ελάχιστα όρια συμμετοχής

Σύμφωνα με την αρχή της εξουσιοδότησης είναι παράλογο να υιοθετήσουμε ελάχιστα όρια συμμετοχής όσο αφορά τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Οι πολίτες οι οποίοι δεν συμμετέχουν σε μια ψηφοφορία θεωρείται ότι έχουν δώσει την εξουσιοδότηση τους σε αυτούς που συμμετέχουν. Εάν υιοθετήσουμε ελάχιστα όρια συμμετοχής τότε επιτρέπουμε σε μειονότητες να μποϋκοτάρουν την διαδικασία. Ας υποθέσουμε για παράδειγμα ότι υπάρχει ένα ελάχιστο όριο συμμετοχής ίσο με 40% και ότι το 60% του εκλογικού σώματος επιθυμεί να ψηφίσει. Μέσα στην ομάδα αυτών που επιθυμούν να ψηφίσουν το 55% υποστηρίζει την πρόταση, ενώ το 45% την απορρίπτει. Οι τελευταίοι δεν μπορούν να υπερισχύσουν στην ψηφοφορία αν πάρουν μέρος σε αυτήν. Αν όμως επιλέξουν να μείνουν στο σπίτι τους, μπορούν να “νικήσουν” εφόσον το ελάχιστο όριο του 40% δεν θα επιτευχθεί και η πρόταση θα απορριφθεί ενάντια στην θέληση της πλειοψηφίας (δες το 2-2).

Έχουμε δει ότι η εξουσιοδότηση των πολιτών προς το κοινοβούλιο είναι μια μορφή της ίδιας εξουσιοδότησης που λαμβάνουν οι πολίτες που συμμετέχουν σε ένα δημοψήφισμα από αυτούς οι οποίοι επιλέγουν να μην συμμετάσχουν. Το κοινοβούλιο αποτελείται κατά μέσο όρο μόνο από το 0,003% του πληθυσμού και παρόλα αυτά μπορεί να αποφασίζει. Έτσι δεν έχει νόημα να υιοθετούμε ελάχιστα όρια συμμετοχής της τάξης του 20 ή 40% για τα “κοινοβούλια ειδικού σκοπού” που σχηματίζονται μέσω ενός δημοψηφίσματος. Η λανθασμένη άποψη που οδηγεί στην υιοθέτηση ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής είναι ότι οι πολίτες που επιλέγουν να μείνουν στο σπίτι τους θεωρούνται ως υποστηρικτές ή ως αντίθετοι της πρότασης (ανάλογα με το δημοψήφισμα). Στην πραγματικότητα έχουν αποφασίσει να μην εκφράσουν κάποια γνώμη και αυτό πρέπει να γίνει σεβαστό.

Τέλος, μπορούμε επίσης να σημειώσουμε ότι το ποσοστό συμμετοχής σε ένα δημοψήφισμα δεν πρέπει να συγκρίνεται με το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές. Στις εκλογές, όλα τα είδη των ζητημάτων βρίσκονται στην ατζέντα και το καταστατικό των κομμάτων, ζητήματα επίκαιρα αλλά και άλλα τα οποία πιθανόν θα ανακύψουν τα επόμενα τέσσερα ή πέντε χρόνια. Σε ένα δημοψήφισμα υπάρχει μόνο ένα συγκεκριμένο ζήτημα να αποφασισθεί, έτσι είναι λογικό το ποσοστό συμμετοχής να είναι μικρότερο από ότι στις εκλογές.

Συχνά χρησιμοποιούνται επιχειρήματα υπέρ ενός σχετικά μικρού ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα μποϋκοτάζ. Ωστόσο αυτή η άποψη είναι παράλογη. Είτε το όριο συμμετοχής είναι τόσο χαμηλό που είναι απίθανο να μην επιτευχθεί και τότε το μποϋκοτάζ αποφεύγεται, και την ίδια στιγμή το όριο είναι από μόνο του χωρίς νόημα ή το ελάχιστο όριο είναι τόσο υψηλό που είναι απίθανο να επιτευχθεί και τότε το μποϋκοτάζ είναι πιθανό. Τρίτη πιθανότητα δεν υπάρχει.

Πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι ελάχιστα όρια συμμετοχής είναι βασικά αδύνατο να υπάρξουν για τις βουλευτικές εκλογές και τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εφόσον, εάν ένα τέτοιο όριο δεν μπορούσε να επιτευχθεί το νομοθετικό και διοικητικό σύστημα θα σταματούσε. Δεν υπάρχει ούτε ένα εύλογο επιχείρημα για την αποφυγή ενός τέτοιου ορίου σε αυτού του είδους τις εκλογές και ταυτόχρονα την επιμονή εφαρμογής του σε δημοψηφίσματα. Αν μια ομάδα που καλείται να αποφασίσει μέσω ενός δημοψηφίσματος απαιτείται να είναι “ικανά αντιπροσωπευτική” τότε η ίδια απαίτηση πρέπει να ισχύει σε ακόμα πιο μεγάλο βαθμό για τις βουλευτικές εκλογές. Ας υποθέσουμε την ύπαρξη ενός ελάχιστου ορίου συμμετοχής 25% για ένα δημοψήφισμα και την ίδια στιγμή κανένα όριο για τις βουλευτικές εκλογές. Ένα δημοψήφισμα στο οποίο θα ψηφίσει το 20% του εκλογικού σώματος θα ακυρωθεί. Αντίθετα, ένα κοινοβούλιο το οποίο θα εκλεχθεί από το 5% των ψηφοφόρων μπορεί, παρόλα αυτά, ακόμα να πάρει νομοθετικές αποφάσεις – αποφάσεις βασισμένες σε μια έμμεση συμμετοχή του 5% των πολιτών – ενώ, το άκυρο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υποστηρίζεται από την άμεση συμμετοχή του 20% των πολιτών. Αυτό είναι παράλογο. Επιπλέον η εξουσιοδότηση που δίνεται στο κοινοβούλιο είναι πολύ περισσότερο εκτεταμένη από αυτή που δίνουν στους ψηφοφόρους ενός δημοψηφίσματος οι πολίτες που επιλέγουν να μην ψηφίσουν. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά για τις μελλοντικές αποφάσεις που θα αποφασισθούν από τα μέλη ενός κοινοβουλίου. Κατά την διάρκεια των εργασιών του κοινοβουλίου νέα ζητήματα και “νομοθετικές υποχρεώσεις”, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, μπαίνουν συνεχώς στην ατζέντα.

Τέλος, οι υποστηρικτές της ύπαρξης ελάχιστων ορίων συμμετοχής αναφέρονται συχνά στο λεγόμενο κίνδυνο “διαχωρισμού σε τμήματα”. Με αυτό τον όρο εννοούν ότι οι πολίτες θα ψηφίζουν μόνο για τα θέματα που αφορούν την δική τους ομάδα ιδιαίτερων συμφερόντων. Για παράδειγμα, σε ένα δημοψήφισμα σχετικό με ένα πλάνο δράσης όσο αφορά την διαχείριση των αποβλήτων σε φάρμες εκτροφής ζώων, μόνο ένα μικρό μέρος του πληθυσμού οι οποίοι είναι εκτροφείς ζώων θα συμμετάσχουν.

Αυτή η ένσταση βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι οι πολίτες ψηφίζουν μόνο προκειμένου να προστατεύσουν τα δικά τους “συντεχνιακά” συμφέροντα. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Σε χώρες ή πολιτείες στις οποίες δεν υπάρχουν ελάχιστα όρια συμμετοχής – όπως η Ελβετία και η Καλιφόρνια – δεν υπάρχουν ενδείξεις “διαχωρισμού σε τμήματα”. Η πρακτική που ακολουθείται στα δημοψηφίσματα κάνει εκ των προτέρων κάθε τέτοιο φαινόμενο αδύνατο. Για παράδειγμα, σε κάθε μέρα δημοψηφίσματος στην Ελβετία, υπάρχει, σχεδόν πάντα, ένα πλήθος ερωτημάτων στο οποίο καλούνται να αποφασίσουν οι ψηφοφόροι. Σε αυτά τα δημοψηφίσματα αποφασίζονται τα πλέον διαφορετικά θέματα, όχι μόνο σε ομοσπονδιακό επίπεδο και επίπεδο καντονιών αλλά και όσο αφορά δημοτικά ζητήματα. Έτσι οι πολίτες σπάνια καλούνται προ της κάλπης για ένα και μόνο ειδικό θέμα.

Αντίθετα, το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ευάλωτο στον πειρασμό ενός τέτοιου “διαχωρισμού”. Ενδιαφέροντα παραδείγματα του παραπάνω είναι ακριβώς το παράδειγμα της διαχείρισης των αποβλήτων των μονάδων εκτροφής ζώων ή η απαγόρευση της διαφήμισης του καπνού στο Βέλγιο. Οι οικονομικές ελίτ μπορούν – διαμέσου των επαφών τους με μια μικρή ομάδα “ειδικευμένων” μελών του κοινοβουλίου – να ασκήσουν πρωτοφανή πίεση στην λήψη των αποφάσεων. Τα δημοψηφίσματα, ως αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων θα δυσκόλευαν πολύ περισσότερο αυτές τις ελίτ να επιτύχουν τους σκοπούς τους.

 Ελάχιστο όριο συμμετοχής και κοινοβούλιο

Μερικές φορές ένα ελάχιστο όριο συμμετοχής στα δημοψηφίσματα υποστηρίζεται με την σύγκριση του ελάχιστου ορίου το οποίο απαιτείται σε πολλά κοινοβούλια. Οι ψηφοφορίες σε ένα κοινοβούλιο συχνά θεωρούνται έγκυρες μόνο αν ψηφίσει τουλάχιστον το 50% των βουλευτών. Σε αναλογία, ένα δημοψήφισμα μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο μόνο αν υπάρξει συμμετοχή τουλάχιστον του 50% των ψηφοφόρων.

Η αναλογία αυτή είναι λανθασμένη. Είδαμε ότι το κοινοβούλιο είναι το λογικό αντίστοιχο αυτών που συμμετείχαν σε ένα δημοψήφισμα και όχι με τον συνολικό αριθμό των ανθρώπων που έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν. Κάθε βουλευτής έχει ένα είδος συμβολαίου με τους πολίτες : το συμβόλαιο αυτό τον δεσμεύει για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο να αναλάβει ρόλο σε μια διαδικασία λήψης αποφάσεων για όλα τα θέματα που οι πολίτες δεν θέλουν να αποφασίσουν αυτοί και άμεσα. Έτσι, το κάθε μέλος του κοινοβουλίου πρέπει θεωρητικά να είναι παρόν σε όλες τις ψηφοφορίες. Αν απέχει εσκεμμένα μιας ψηφοφορίας τότε ακυρώνει το συμβόλαιο του με τους πολίτες. Το όριο συμμετοχής του 50% στις αποφάσεις των κοινοβουλίων είναι μια ισχνή αντανάκλαση αυτής ακριβώς της υποχρέωσης. Η κατάσταση αυτή δεν είναι λειτουργική, εφόσον, οδηγεί σε πόλωση μεταξύ των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών εντός του κοινοβουλίου. Με την σειρά της, αυτή η πόλωση, είναι ασύμβατη με το “συμβόλαιο” το οποίο υπάρχει μεταξύ των βουλευτών οι οποίοι είναι μέλη μιας μειοψηφίας και των ψηφοφόρων τους, εφόσον δικαίως μπορούν να ισχυριστούν ότι η παρουσία τους στην βουλή είναι χωρίς νόημα μια και δεν μπορούν να επηρεάσουν τις τελικές αποφάσεις. Έτσι, οι βουλευτές αυτοί αδυνατούν να “τιμήσουν” το συμβόλαιο τους με τους ψηφοφόρους τους, κάτι το οποίο δεν είναι δική τους ευθύνη αλλά αποτέλεσμα του αποκλεισμού τους από τους συναδέλφους τους που ανήκουν στην πλειοψηφία. Θα ήταν προτιμότερο να αντικατασταθεί η ελάχιστη συμμετοχή του 50% από έναν κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η απουσία ενός μέλους του κοινοβουλίου θα τιμωρούνταν με απόλυση και αντικατάσταση του από έναν μη εκλεγμένο υποψήφιο άλλου κόμματος.”

Advertisements

5 thoughts on “Αυτό ΔΕΝ είναι δημοψήφισμα

  1. Παράθεμα: Αυτό ΔΕΝ είναι δημοψήφισμα. | ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΩΡΑ !

  2. Οι όποιες εξουσίες απεχθάνονται ως συχαίνονται την άμεση απόφαση του λαού.
    Ένα δημοψήφισμα μπορεί να φέρει πολλά ερωτήματα .
    Κανείς δεν είναι υπόχρεος ούτε στην πρόταση ούτε στην ψήφο…υπόχρεος είναι μόνο στον σεβασμό της απόφασης .
    Όλοι οι νόμοι και τα ζητήματα μιας δημοκρατικής πολιτείας θα πρέπει να περάσουν από το φίλτρο και την εκτίμηση των πολιτών (δημοψήφισμα )
    Το δημοψήφισμα με την απαρχαιωμένη μορφή της πλατείας λαϊκής συνέλευσης τύπου Ελβετίας είναι απλά κοροϊδία και εξευτελισμός του θεσμού.
    Ένα δημοψήφισμα θα πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον τρεις μήνες ώστε οι πολίτες να έχουν άφθονο χρόνο να «αναγνώσουν » τις προτάσεις και να αποφασίσουν με σύνεση για τα οφέλη που τυχόν προκύπτουν.
    Η τεχνολογία ( internet κλπ ) θα πρέπει να είναι συνυφασμένη με την διαδικασία τόσο της κατάθεσης πρότασης όσο και της ψηφοφορίας των πολιτών.
    Όσοι δεν έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες να επισκέπτονται την τοπική δημοτική τους επιτροπή.
    Καλή συνέχεια στον αγώνα μας για την Ελευθερία.

  3. Παράθεμα: Τι λέμε για αυτό το δημοψήφισμα; | ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ

  4. Παράθεμα: Δημοψηφίσματα και όρια συμμετοχής και αποδοχής | ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s